Με την υπ’ αρ. 68/2016 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής κατά της αποχής που είχε υποβάλλει δικηγόρος. Πέρα από τους λόγους υπέρ της αποχής που αναφέρονται στο κείμενο της απόφασης, ενδιαφέρον έχουν τα σημεία ότι αφενός «μπορεί να υποστηριχθεί η εκδοχή ότι τυχόν μη συμμόρφωση μελών του Δ.Σ.Α. προς την προσβαλλόμενη απόφαση του

Συλλόγου δεν συνεπάγεται, άνευ άλλου τινός, πειθαρχική ευθύνη για τα μέλη αυτού» καθώς και ότι «μπορεί να υποστηριχθεί η εκδοχή ότι το απαράδεκτο τούτο (της διαδικαστικής πράξης χωρίς γραμμάτιο) θεραπεύεται, ενόψει των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., στην περίπτωση που, λόγω της απόφασης περί αποχής, δεν είναι εφικτή η κατάθεση γραμματίου προκαταβολής».

Το πλήρες κείμενο της απόφασης έχει ως εξής:

Αριθμός 68/2016 – Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας…

  1. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Στις 9.1.2016 συνεδρίασε στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.) η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, προκειμένου να συζητήσει προσχέδιο νόμου για την κοινωνική ασφάλιση. Λόγω διαφωνίας των δικηγόρων προς το προσχέδιο αποφάσισε να κηρύξει πανελλαδική αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους από 12.1.2016 έως και 14.1.2016 και να εισηγηθεί προς την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας συνέχιση και κλιμάκωση καθολικής αποχής αόριστης διάρκειας. Το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) του Δ.Σ.Α. αποφάσισε στις 11.1.2016 να συμμετάσχει στην αποχή από 12.1.2016 έως και 14.1.2016. Ακολούθως, με αλλεπάλληλες αποφάσεις της  Συντονιστικής Επιτροπής ή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας αποφασίστηκε η συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως και τις 4.4.2016. Με αντίστοιχες δε αποφάσεις του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφασίστηκε η συνέχιση της αποχής των δικηγόρων της Αθήνας μέχρι την ως άνω ημερομηνία. Στις 15.1.2016 (σχετική ανακοίνωση στον ιστοχώρο του Δ.Σ.Α.) αποφασίστηκε το πλαίσιο χορήγησης αδειών για την κατ’ εξαίρεση διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, ενώ στις 22.1.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συγκρότηση δευτεροβάθμιας επιτροπής αδειών. Στις 12.2.2016 δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του Δ.Σ.Α. ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία οι αναφορές που υποβάλλονται στο πειθαρχικό τμήμα για παραβίαση του πλαισίου της αποχής δεν θα επιβαρύνονται με παράβολο και θα εξετάζονται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα. Στις 29.3.2016 η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής έως και τις 15.4.2016. Στις 31.3.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων της Αθήνας έως και τις 15.4.2016. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση των δύο τελευταίων πράξεων. Κατ’ αυτών ο αιτών έχει ασκήσει την από 7.4.2016 αίτηση ακυρώσεως, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 13η.5.2016.
  2. Επειδή, κατά το άρθρο 52 παρ. 6 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), γίνεται δεκτή η αίτηση αναστολής, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Ο αιτών προβάλλει ότι ο ίδιος και η σύζυγός του, είναι δικηγόροι Αθηνών και διατηρούν δικηγορικά γραφεία στο Κορωπί μόνη πηγή εσόδων τους είναι τα κέρδη από την άσκηση της δικηγορίας δεν διαθέτουν άλλους πόρους εισοδήματος είναι γονείς τριών ανηλίκων τέκνων το γραφείο τους στο Κορωπί επιβαρύνεται με τραπεζικό δάνειο τα έσοδά τους, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχουν μειωθεί πολύ κατά τα τελευταία έτη (οικονομικό έτος 2013: 15.409,20 ευρώ, οικονομικό έτος 2014: 16.268,47 ευρώ, οικονομικό έτος 2015: 26.058,15 ευρώ) οι λοιπές επιβαρύνσεις (εισφορά αλληλεγγύης, φόρος επιτηδεύματος, Φ.Π.Α. στις δικηγορικές υπηρεσίες κ.λπ.) είναι σημαντικές εξαιτίας των προσβαλλομένων πράξεων αποκλείεται η εργασία τους, άρα δεν μπορούν να κερδίσουν χρήματα και να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, και έτσι κινδυνεύει η επιβίωση αυτών και των ανήλικων τέκνων τους. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο αιτών προσκομίζει πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 2013 και 2014 και φορολογικού έτους 2014, σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθώς και την από 8.4.2016 τραπεζική ενημερότητα για το ως άνω δάνειο από την οποία προκύπτει ότι έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή. Προσκομίζει επίσης δικόγραφα και κλήσεις δικαστηρίων για δίκες που δεν έγιναν λόγω της αποχής των δικηγόρων από 12.1.2016 έως και 15.4.2016.
  3. Επειδή, κατά την κρίση της Επιτροπής, τα μνημονευθέντα στην προηγούμενη σκέψη στοιχεία δεν επαρκούν για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος περί επέλευσης ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, δοθέντος ότι απομένει ελάχιστο χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης του Δ.Σ.Α. Εν πάση δε περιπτώσει, προβλέπεται, κατά τα εκτεθέντα στη δεύτερη σκέψη, η δυνατότητα χορήγησης άδειας για παράσταση σε δικαστήριο κατά τη διάρκεια της αποχής των δικηγόρων, ενώ ο αιτών δεν προσκόμισε στοιχεία σχετικά με τα έσοδα που ενδεχομένως απέφερε η άσκηση της δικηγορίας στον ίδιο και τη σύζυγό του κατά το διάστημα αυτό.
  4. Επειδή, περαιτέρω, ο αιτών προβάλλει ότι, ανεξαρτήτως βλάβης, η αίτηση αναστολής πρέπει να γίνει δεκτή λόγω πρόδηλης βασιμότητας της αίτησης ακυρώσεως (άρθρο 52 παρ. 7 εδ. α΄ π.δ. 18/1989). Ειδικότερα, προβάλλει ότι: Α) οι προσβαλλόμενες πράξεις παρά το νόμο καθιστούν την αποχή υποχρεωτική κατά τον αιτούντα, τούτο προκύπτει από το ότι α) κατά τη διάρκεια της αποχής ο Σύλλογος απαγορεύει τη έκδοση γραμματίων προείσπραξης επομένως, ο δικηγόρος δεν μπορεί να τελέσει καμία εργασία (παράσταση σε δικαστήρια, επιτροπές και άλλες αρχές, κατάθεση αγωγών και διαταγών πληρωμής, παράσταση σε συμβόλαια) β) ο Κώδικας Δικηγόρων (άρθρα 140 επόμενα) ορίζει ότι οι δικηγόροι που δεν συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του Δ.Σ. και της Γενικής Συνέλευσης υπόκεινται σε βαρύτατες πειθαρχικές κυρώσεις, οι οποίες φθάνουν μέχρι και την παύση από το λειτούργημα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Β) οι προσβαλλόμενες πράξεις ελήφθησαν σε συνέχεια προηγουμένων αποφάσεων για αποχή επομένως, συνιστούν αποχή αόριστης διάρκειας, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 5 και 20 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Ο Δ.Σ.Α. με το από 12.4.2016 υπόμνημα προς το Δικαστήριο προβάλλει τα ακόλουθα:

Η αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους είναι νόμιμο μέσο εντασσόμενο στη συλλογική-συνδικαλιστική δράση των Δικηγορικών Συλλόγων. Μάλιστα, κατά το άρθρο 241 του Κ.Πολ.Δ. «σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων, οι υποθέσεις αναβάλλονται υποχρεωτικά σε δικάσιμο που ανακοινώνει το δικαστήριο εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενενήντα ημερών ή σε άλλη εμβόλιμη δικάσιμο». Με τον τρόπο αυτό, λαμβανομένου υπόψη και του πλαισίου χορήγησης αδειών, δεν αποστερείται ο πολίτης τη δικαστική του προστασία. Περαιτέρω, ο Δ.Σ.Α. επέλεξε να προβεί σε αποχές ορισμένης διάρκειας, οι οποίες επαναλαμβάνονται, καθώς αναβάλλεται συνεχώς η κατάθεση του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου, που αποτελεί και το λόγο για τη λήψη του επίμαχου μέτρου της αποχής. Κατά τον Δ.Σ.Α., το διακύβευμα για τους δικηγόρους είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, καθώς, αν το νομοσχέδιο ψηφιστεί από τη Βουλή, θα εξανεμιστεί το αναγκαίο για τον βιοπορισμό των δικηγόρων εισόδημα. Με δεδομένο ότι το νομοσχέδιο δεν έχει κατατεθεί ακόμη στη Βουλή, το μέτρο της αποχής δεν είναι απρόσφορο, ούτε υπερβολικός ο συνολικώς διαδραμών χρόνος της αποχής. Σε σχέση, τέλος, με το πλαίσιο χορήγησης των αδειών, ο Δ.Σ.Α. υποστηρίζει ότι το σύστημα αυτό αποσκοπεί στην τήρηση των κανόνων δεοντολογίας, την αποτροπή του κινδύνου ερημοδικίας, των προστριβών μεταξύ των δικηγόρων και του αθέμιτου ανταγωνισμού.

  1. Επειδή, με την 2512/1997 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων που κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση των έργων τους δεν αντίκεινται μεν, καταρχήν, […] σε συνταγματικές ή άλλες διατάξεις, υπόκεινται όμως σε περιορισμούς που επιβάλλουν το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα καθενός για δικαστική προστασία, το άρθρο 6 της Συνθήκης της Ρώμης, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, η οποία εξυπονοεί το δικαίωμα των διαδίκων να υπερασπίζουν τις υποθέσεις τους με δικηγόρο της εκλογής τους, καθώς και το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την επαγγελματική ελευθερία και το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Οι περιορισμοί αυτοί ανάγονται στο χρόνο που μπορεί να διαρκέσει η αποχή και που πρέπει, ενόψει των διακυβευομένων συμφερόντων, να είναι βραχύς και στη φύση της απόφασης περί αποχής, που δεν μπορεί να γεννά πειθαρχική ευθύνη για τα μέλη του συλλόγου που δεν συμμορφώνονται. Ο χρόνος της διάρκειας της αποχής πρέπει να ορίζεται στην ίδια την απόφαση που κηρύσσει την αποχή, ελέγχεται δε ακυρωτικώς από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, εν προκειμένω, ασκεί έλεγχο ορίων».
  2. Επειδή, η Επιτροπή κρίνει ότι η αίτηση ακυρώσεως δεν παρίσταται προδήλως βάσιμη, λαμβανομένου υπόψη ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Δ.Σ.Α. και της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας προσδιορίζουν συγκεκριμένο χρόνο αποχής άλλωστε, δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόδηλο ότι ο συνολικός χρόνος διάρκειας της αποχής από την έναρξη αυτής μέχρι και τις 15.4.2016 υπερβαίνει το επιτρεπόμενο από τις διατάξεις του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) βραχύ χρονικό διάστημα, ενόψει των ισχυρισμών του Δ.Σ.Α. που μνημονεύθηκαν στην πέμπτη σκέψη, αλλά και του οριακού ελέγχου που ασκεί, ως προς το ζήτημα αυτό, ο ακυρωτικός δικαστής. Περαιτέρω, μπορεί να υποστηριχθεί η εκδοχή ότι τυχόν μη συμμόρφωση μελών του Δ.Σ.Α. προς την προσβαλλόμενη απόφαση του Συλλόγου δεν συνεπάγεται, άνευ άλλου τινός, πειθαρχική ευθύνη για τα μέλη αυτού. Τέλος, ναι μεν στην παρ. 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208), όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την περ. γ΄ της παρ. 8 του άρθρου 7 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242), ορίζεται ότι, εφόσον δεν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου γραμμάτιο προκαταβολής της προβλεπόμενης από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, η διάταξη δε αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. (Σ.τ.Ε. 1858/2015 Ολομ.) ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί η εκδοχή ότι το απαράδεκτο τούτο θεραπεύεται, ενόψει των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., στην περίπτωση που, λόγω της απόφασης περί αποχής, δεν είναι εφικτή η κατάθεση γραμματίου προκαταβολής.
  3. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί”.

(πηγή: Τ.Ν.Π. Nomos)

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:      /2014  ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Εκούσιας δικαιοδοσίας (Ν. 4161/2013)

 

          ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Νικόλαο Μάνο, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και το  Γραμματέα Δημήτριο Μερκούρη.

          ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 9η Ιουλίου 2014,  κατόπιν διακοπής της συνεδρίασης κατά τη δικάσιμο της 10ης.6.2014 για να δικάσει την  παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

          ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Τ.Γ. , ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου του Βιργινίας Μοσχίδου.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE», κατόπιν αλλαγής της επωνυμίας της λόγω τροποποίησης του αρθρ. 1 του καταστατικού της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFGEUROBANK ERGASIAS AE» (αριθ. ΓΕΜΗ 000223001000, αριθ. έγκρισης διεύθυνσης ΑΕ & ΑΕ – ΕΠΕ & ΓΕΜΗ Κ2-5558/2.8.2012), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Μαργαρίτας Φεσλιάν.

         Ο αιτών με την από 29.3.2013 αίτησή του που απευθύνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζήτησε να  γίνουν δεκτά  όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Για τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθ. 111/2013 πράξη η 10η.6.2014 και κατόπιν διακοπής της δίκης κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο κατ’ αναλογική εφαρμογή του αρθρ. 270 παρ. 5 η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

          Με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών, όπως παραδεκτά συμπλήρωσε την αίτησή του με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά όσο και με τις προτάσεις του, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ’ ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητεί τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των προαναφερομένων πιστωτών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που υποβάλλει, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, όπως την εκθέτει στην αίτησή του. Με το  παραπάνω  περιεχόμενο, η αίτηση αρμόδια φέρεται στο καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για συζήτηση, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθρ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 4161/2013), εφόσον για το παραδεκτό της, αφού για την προδικασία των εκκρεμών αιτήσεων κατά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4161/2013 ισχύουν οι διατάξεις του Ν.3869/2010: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρ. 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος (συμβιβασμός) απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από την ένωση προστασίας καταναλωτών Έβρου,  β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού  και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση  του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 όπως προκύπτει από τα έγγραφα της γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου  (βλ. υπ’ αριθ……….βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) τα οποία επισυνάπτονται στο φάκελο της δικογραφίας. Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των συμμετεχόντων στη δίκη πιστωτών β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 Ν. 3869/2010    (βεβαίωσης    αποτυχίας    του    εξωδικαστικού    συμβιβασμού,

     2ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

 

υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τη μετέχουσα  στη δίκη πιστώτρια (βλ. τις έγγραφες απαντήσεις – αντιρρήσεις της). Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, και 11 του Ν.3869/2010, όπως οι ανωτέρω διατάξεις συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του Ν.4161/2013, ο οποίος εφαρμόζεται όσο αφορά στις ουσιαστικές του διατάξεις και στις εκκρεμείς αιτήσεις, καθόσον  με  βάση  τα  εκτιθέμενα  σ’  αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται. Επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά και την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης απ’ την πληρεξούσια δικηγόρο της καθ’ ης ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος παρίσταται ατελώς δυνάμει της υπ’ αριθ. 1/2013 πράξης του Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης περί ορισμού νομικής βοήθειας στον αιτούντα.

Απαραίτητα κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης του οφειλέτη που ζητά την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, είναι όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 4 του Ν. 3869/2010 ότι: ο αιτών (φυσικό πρόσωπο και μη έμπορος) έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου (Ν. 3869/10), ότι συντρέχει στο πρόσωπο του μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων αυτών χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, το ύψος της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και του συζύγου του από την εργασία του αλλά και από λοιπές πηγές, ποιοι είναι οι πιστωτές με πλήρη στοιχεία, ποιες  είναι  οι  απαιτήσεις των πιστωτών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, οι οποίες πρόκειται να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του νόμου, καθώς και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών αυτών (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ΕιρΚαλύμ 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλεξ 32/2012 αδημ). Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία μπορούν παραδεκτά να συμπληρωθούν από τις αποδείξεις στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος είτε από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 της κοινοτικής οδηγίας 2008/48 τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη χορήγηση των πιστώσεων έχουν υποχρέωση εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας ορίζεται ότι «τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας εκτιμά την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων που λαμβάνονται κατά περίπτωση από τον καταναλωτή και, εν ανάγκη, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων. Τα κράτη μέλη η νομοθεσία των οποίων απαιτεί από τους πιστωτικούς φορείς να αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, μπορούν να διατηρήσουν την απαίτηση αυτή». Η ανωτέρω   οδηγία  δεν  ισχύει  για  τις  συμβάσεις  πίστωσης  που  έχουν  υπογραφεί και ισχύουν πριν την έναρξη ισχύος της, πλην όμως κινείται στη δικαιοπολιτική κατεύθυνση την οποία αποτυπώνει το σύνολο των προστατευτικών για τους καταναλωτές διατάξεων του ισχύουν στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου. Περαιτέρω με την ανάληψη μίας δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής δε συντρέχει δολιότητα από μόνο αυτό το γεγονός, προκειμένου δε να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση από ουσιαστική πλευρά θα πρέπει η καθ’ ης, που ενιστάμενη φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης κατ’ αντιστροφή αυτού, να αποδείξει ότι ο αιτών του Ν.3869/2010 εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για  την  οικονομική  συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν  (βλ. σχετικά  Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 78/2013, ΕιρΚουφαλίων 1/2012, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται,  αν  υπερβαίνει  προφανώς  τα  όρια  που  επιβάλλουν  η  καλή

      3ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

 

πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (βλ. ΟλΑΠ 5/2011 ΝοΒ 2011.1867, ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 2001.382). Η απαγόρευση  άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές. Εξάλλου με την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, που επιτάσσει τον οικονομικό και κοινωνικό απεγκλωβισμό να επανενταχθεί στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα με γνώμονα το γενικό συμφέρον, ρυθμίζοντας τα χρέη του (βλ. σχετ. ΑΠ 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, ΑΠ 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, εκδ. 2010, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις και ΕιρΑθ 161/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση τόσο με προφορική δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και με τις προτάσεις της η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια προέβαλε τους παρακάτω ισχυρισμούς: Ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για το λόγο ότι ο αιτών δεν αναφέρει στην αίτησή του το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεών του, δεν εξειδικεύει επαρκώς τις δαπάνες διαβίωσής του παρά αρκείται να καθορίσει αυτές στο ύψος των 1.000 ευρώ και δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο εικοσιτετράχρονος γιός του δεν εργάζεται. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος καθώς η αίτηση περιέχει κατά τα προαναφερόμενα όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Επίσηςπροέβαλε τον ισχυρισμό της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση υπερχρέωσης και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής για το λόγο ότι κατέφυγε σε αλόγιστο δανεισμό, κάνοντας εσφαλμένες εκτιμήσεις των οικονομικών δυνατοτήτων  του  πολύ  παραπάνω  από την κρίση του μέσου και σώφρονος ανθρώπου. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά  ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.3869/2010 και ως προς το αν συντρέχουν ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που αναλύθηκαν ανωτέρω, ως προς τη θεμελίωση της δολιότητας, άπτεται της ουσίας που θα εξετασθεί εν συνεχεία. Τέλος προέβαλε και τον ισχυρισμό ότι το δικαίωμα του αιτούντος ασκείται καταχρηστικά καθώς η αδυναμία πληρωμής του προέκυψε από δικές του εσφαλμένες εκτιμήσεις και διότι προτείνει για συνολική υποχρέωση ύψους 17.000 ευρώ να καταβάλλει μηνιαίως και για 120 μήνες, μόλις το ποσό των 5 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ομοίως ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί εν συνεχεία από ουσιαστική άποψη.

Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η ανωμοτί κατάθεση του αιτούντος, που  εξετάστηκε  νόμιμα και περιέχεται  στα  ταυτάριθμα  με την παρούσα απόφαση πρακτικά, όλα τα έγγραφα που νομοτύπως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας υπόθεσης, σε συνδυασμό και προς τις ομολογίες των διαδίκων οι οποίες συνάγονται από το υπό κρίση δικόγραφο, τις έγγραφες προτάσεις τους και το σύνολο των ισχυρισμών τους (βλ. άρθρ. 261, 352 ΚΠολΔ) αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο αιτών, ηλικίας 55 ευρώ κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης είναι άνεργος  έχοντας  μηδενικά  εισοδήματα  (βλ.  εκκαθαριστικό σημείωμα  2012,

4ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

 

στο οποίο αναφέρεται ως εισόδημα το ποσό των 7.130 ευρώ του ιδίου και 1.972 της συζύγου του, εισόδημα που όμως είναι τεκμαρτό κι όχι πραγματικό όπως προκύπτει από το ίδιο έγγραφο). Κατά το έτος 2010 το εισόδημά του ήταν ομοίως μηδενικό, της συζύγου του όμως ανερχόταν σε 5.400,76 ευρώ. Η σύζυγός του είναι πλέον άνεργη (από το έτος 2010, βλ. την από 26.7.2010 απόφαση του ΟΑΕΔ) και δυνάμει της υπ’ αριθ. 18.11.2013 απόφασης του ΟΑΕΔ λαμβάνει επίδομα ανεργίας με ημερομίσθιο 8 ευρώ, ήτοι 240 ευρώ μηνιαίως ποσό που αποτελεί και το μοναδικό τους εισόδημα (βλ. σχετικά έγγραφα). Προηγουμένως και από 5.7.2010 λάμβανε επίδομα ανεργίας το ποσό των 545 ευρώ. Ο αιτών κατά το παρελθόν εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος με την ειδικότητα του χημικού μηχανικού και λάμβανε όταν εργαζόταν το ποσό των 1.700 ευρώ, όπως προκύπτει από την ανωμοτί κατάθεσή του και είχε επομένως επαρκές εισόδημα για να ανταπεξέρχεται στις δανειακές και λοιπές υποχρεώσεις του (βλ. και προσκομιζόμενο πτυχίο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Περαιτέρω, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τον Οκτώβριο του 2008 εγγράφτηκε στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ λαμβάνοντας από 15.10.2008 μέχρι και 14.10.2009 επίδομα ανεργίας ύψους 480 ευρώ μηνιαίως (βλ. σχετικά και υπ’ αριθ. 11/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, και το έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του). Εξαιτίας δε της ειδικότητάς του ως χημικού μηχανικού δεν δικαιούται κάρτα ανεργίας (βλ. την από 22.6.2011 βεβαίωση του ΟΑΕΔ). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2009, που αφορά εισοδήματα του 2008 ο εισόδημά του ανερχόταν στο ποσό των 14.356,40 ευρώ. Εφόσον επομένως ο αιτών είναι πλέον άνεργος (ομοίως και η σύζυγός του) κρίνεται ότι τα εισοδήματά τους έχουν υποστεί σημαντική μείωση, σχεδόν έχουν εκμηδενιστεί τα τελευταία έτη. Περαιτέρω και όσο αφορά στην οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. 16782/19.3.2013 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης ο αιτών και η σύζυγός του έχουν τρία παιδιά που γεννήθηκαν στις 1.12.1988, 14.12.1995 και 30.1.1983, αντίστοιχα εκ των οποίων ένα σπουδάζει στην Ξάνθη στη σχολή ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών υπολογιστών και το δεύτερο στη Θεσσαλονίκη στη σχολή χημικών (βλ. σχετικά έγγραφα σε συνδυασμό με την κατάθεση του αιτούντος). Συνεπώς επιβαρύνεται ο αιτών εκτός από τις δικές του δαπάνες διαβίωσης και με τις δαπάνες άλλων προσώπων, ήτοι των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του που είναι φοιτητές. Εξάλλου ο αιτών δεν έχει ακίνητη περιουσία στο όνομά του ούτε κινητή όπως προκύπτει από το έντυπο Ε1 2012. Διέμενε κατά το παρελθόν οικογενειακά σε οικία που μίσθωνε ενώ πλέον επιδοτείται από το κοινωφελές ίδρυμα «Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και αποκατάστασης Αποδήμων και Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων (ΕΙΥΑΠΟΕ) όπως προκύπτει από την ανωμοτί κατάθεσή του. Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι ο αιτών δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας, το ότι έχει στην οικογένειά του δύο προστατευόμενα μέλη που σπουδάζουν, ώστε να επιφορτίζεται με τις δαπάνες διαβίωσης και άλλων προσώπων εκτός από τις δικές του προκύπτει ότι το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του ανέρχεται στο ποσό των 800 ευρώ. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο οφειλέτης ο οποίος ζητά να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Παρατηρείται όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση το εισόδημά του δεν επαρκεί για την κάλυψη του ανωτέρω ποσού, αφού είναι μηδενικό τεκμαίρεται συνεπώς προφανής εκ μέρους του έλλειψη ρευστότητας. Εξάλλου σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, γεγονός που δεν αμφισβήτησε ρητά η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με τις προτάσεις της προβάλλοντας περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η δανειακή υποχρέωση του αιτούντος αναλήφθηκε το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης, συναγόμενης περί αυτού ομολογίας της κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 216 ΚΠολΔ, (βλ. ΑΠ 168/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ο αιτών έχει αναλάβει το παρακάτω ληξιπρόθεσμο χρέος συνολικού ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα μέχρι την κατάθεση της αίτησης 17.750,39 ευρώ: Την υπ’ αριθ. 2068718658 σύμβαση καταναλωτικού δανείου κατά κεφάλαιο 17.145,09 και τόκους 605,30 ευρώ, ήτοι συνολικά 17.750,39 ευρώ. Η ανωτέρω οφειλή είναι ληξιπρόθεσμη όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 2383/2013  διαταγή  πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών.  Το ανωτέρω δάνειο

5ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

 

λόγω του ύψους του και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο αιτών, που άνωθεν περιγράφεται, τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει το ληξιπρόθεσμο χρέος του προς την καθ’ ης η αίτηση πιστώτρια, κατά δε την ανάληψη της ανωτέρω υποχρέωσης αφενός μεν τα εισοδήματα του ήταν υψηλότερα όπως προκύπτει από το ιστορικό που προηγήθηκε και αφετέρου οι μηνιαίες δαπάνες της μέσης ελληνικής οικογένειας ήταν προφανώς μικρότερες, όπως συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Λόγω όμως της οικονομικής κρίσης που επακολούθησε και τις δυσμενείς συνέπειες που είχε στην ελληνική οικονομία κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή της ανωτέρω οφειλής δεδομένου ότι οι δαπάνες διαβίωσης και τα τρέχοντα έξοδα του μέσου Έλληνα έχουν αυξηθεί σημαντικά. Εξάλλου, ο αιτών οδηγήθηκε στην ανωτέρω κατάσταση ελλείψει δόλου, καθόσον δε συντρέχει δολιότητα με την ανάληψη της ανωτέρω δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής. Θεωρούσε δε ο αιτών ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτήν του την υποχρέωση  με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματα του, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε, που τον οδήγησε σε μόνιμη  και  διαρκή  αδυναμία  πληρωμής  των  ληξιπρόθεσμων  οφειλών του. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή του. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την α­φαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του  (κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους (βλ. σχετικά και ΕιρΚουφ 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου η διαγραφή του χρέους που ζητά ο αιτών, είναι μεν μεγάλη αλλά λόγω της ανεργίας του κρίνεται ανάλογη της μείωσης των εισοδημάτων που υπέστη, χωρίς δική του υπαιτιότητα, ενώ και το συνολικό ποσό της οφειλής του δεν κρίνεται υψηλό σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας στις οποίες βρισκόταν κατά την ανάληψή του. Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία πως ο αιτών εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν  (βλ. σχετικά  Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά  τις ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 78/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα ανωτέρω οι ενστάσεις καταχρηστικότητας της αίτησης και δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής που προέβαλε η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Με βάση τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που αντιμετωπίζει, οι οποίες επικεντρώνονται στη παρούσα φάση στο μηδενικό εισόδημά του, συμπεριλαμβανομένου του ανεπαρκούς εισοδήματος της συζύγου του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους σ’ αυτή του άρθρου αρθρ. 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 περί μηδενικών καταβολών, σύμφωνα και με τη σχετική πρότασή του προς τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια, περιεχόμενη στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών που υποβάλλει όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με προφορική δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις του (βλ. και Αθ. Κρητικός ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων σελ. 139). Κατά συνέπεια οι μηνιαίες καταβολές του αιτούντος προς την καθ’ ης η αίτηση ορίζονται μηδενικές. Όσο αφορά στον επαναπροσδιορισμό τους, εφ’ όσον το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη δεν εκκαθαρίζεται οριστικά με τη παρούσα ρύθμιση και ενόψει της ηλικίας και της οικογενειακής κατάστασης του αιτούντος, όπως και το ενδεχόμενο μεταβολής των οικονομικών του δυνατοτήτων μέσω της εξεύρεσης εργασίας στο άμεσο μέλλον,  γεγονός για το οποίο οφείλει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της ρύθμισης, ορίζεται νέα δικάσιμος η πρώτη στο παρόν Δικαστήριο και κατά την προκειμένη διαδικασία μετά τη παρέλευση δώδεκα  (12)  μηνών  από  τη  δημοσίευση  της  παρούσας, ήτοι η 22α.9.2015 κατά την

 

6ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

 

οποία οι διάδικοι οφείλουν να παρασταθούν χωρίς περαιτέρω κλήση κατ’ εφαρμογή του αρθρ. 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και κατά την ουσιαστική της πλευρά, αφού συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι εξαιρετικές περιστάσεις και προϋποθέσεις του Ν. 3869/2010 και να οριστούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια. Πρέπει όμως να επαναπροσδιορισθούν αυτές μετά από 12 μήνες σε νέα δικάσιμο την πρώτη στο παρόν Δικαστήριο μετά την παρέλευση του ανωτέρω διαστήματος και κατά τη προκειμένη διαδικασία, ήτοι η 22α.9.2015. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ  ό,τι  στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΟΡΙΖΕΙ μηδενικές μηνιαίες καταβολές για τον αιτούντα προς τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια, ρυθμίζοντας προσωρινά τα χρέη του και για διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας.

ΟΡΙΖΕΙ νέα δικάσιμο την πρώτη στο παρόν Δικαστήριο και κατά την προκειμένη διαδικασία μετά τη παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας, ήτοι την 22α.9.2015.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανεμφάνιση των διαδίκων κατά την προαναφερόμενη νέα δικάσιμο κατά την οποία οφείλουν να παρασταθούν χωρίς περαιτέρω κλήση.

ΚΡΙΘΗΚΕΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 3.9.2014 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Ο  ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                 Ο  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:      /2014  ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Εκούσιας δικαιοδοσίας (Ν. 4161/2013)

 

          ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Νικόλαο Μάνο, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και το  Γραμματέα Δημήτριο Μερκούρη.

          ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 9η Ιουλίου 2014,  κατόπιν διακοπής της συνεδρίασης κατά τη δικάσιμο της 10ης.6.2014 για να δικάσει την  παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

          ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Τ.Γ. , ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου του Βιργινίας Μοσχίδου.

          ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE», κατόπιν αλλαγής της επωνυμίας της λόγω τροποποίησης του αρθρ. 1 του καταστατικού της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFGEUROBANK ERGASIAS AE» (αριθ. ΓΕΜΗ 000223001000, αριθ. έγκρισης διεύθυνσης ΑΕ & ΑΕ – ΕΠΕ & ΓΕΜΗ Κ2-5558/2.8.2012), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Μαργαρίτας Φεσλιάν.

         Ο αιτών με την από 29.3.2013 αίτησή του που απευθύνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζήτησε να  γίνουν δεκτά  όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

         Για τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθ. 111/2013 πράξη η 10η.6.2014 και κατόπιν διακοπής της δίκης κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο κατ’ αναλογική εφαρμογή του αρθρ. 270 παρ. 5 η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

         Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

          Με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών, όπως παραδεκτά συμπλήρωσε την αίτησή του με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά όσο και με τις προτάσεις του, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ’ ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητεί τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των προαναφερομένων πιστωτών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που υποβάλλει, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, όπως την εκθέτει στην αίτησή του. Με το  παραπάνω  περιεχόμενο, η αίτηση αρμόδια φέρεται στο καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για συζήτηση, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθρ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 4161/2013), εφόσον για το παραδεκτό της, αφού για την προδικασία των εκκρεμών αιτήσεων κατά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4161/2013 ισχύουν οι διατάξεις του Ν.3869/2010: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρ. 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος (συμβιβασμός) απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από την ένωση προστασίας καταναλωτών Έβρου,  β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού  και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση  του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 όπως προκύπτει από τα έγγραφα της γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου  (βλ. υπ’ αριθ……….βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) τα οποία επισυνάπτονται στο φάκελο της δικογραφίας. Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των συμμετεχόντων στη δίκη πιστωτών β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 Ν. 3869/2010    (βεβαίωσης    αποτυχίας    του    εξωδικαστικού    συμβιβασμού,

     2ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τη μετέχουσα  στη δίκη πιστώτρια (βλ. τις έγγραφες απαντήσεις – αντιρρήσεις της). Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, και 11 του Ν.3869/2010, όπως οι ανωτέρω διατάξεις συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του Ν.4161/2013, ο οποίος εφαρμόζεται όσο αφορά στις ουσιαστικές του διατάξεις και στις εκκρεμείς αιτήσεις, καθόσον  με  βάση  τα  εκτιθέμενα  σ’  αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται. Επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά και την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης απ’ την πληρεξούσια δικηγόρο της καθ’ ης ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος παρίσταται ατελώς δυνάμει της υπ’ αριθ. 1/2013 πράξης του Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης περί ορισμού νομικής βοήθειας στον αιτούντα.

         Απαραίτητα κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης του οφειλέτη που ζητά την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, είναι όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 4 του Ν. 3869/2010 ότι: ο αιτών (φυσικό πρόσωπο και μη έμπορος) έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου (Ν. 3869/10), ότι συντρέχει στο πρόσωπο του μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων αυτών χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, το ύψος της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και του συζύγου του από την εργασία του αλλά και από λοιπές πηγές, ποιοι είναι οι πιστωτές με πλήρη στοιχεία, ποιες  είναι  οι  απαιτήσεις των πιστωτών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, οι οποίες πρόκειται να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του νόμου, καθώς και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών αυτών (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ΕιρΚαλύμ 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλεξ 32/2012 αδημ). Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία μπορούν παραδεκτά να συμπληρωθούν από τις αποδείξεις στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος είτε από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 της κοινοτικής οδηγίας 2008/48 τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη χορήγηση των πιστώσεων έχουν υποχρέωση εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας ορίζεται ότι «τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας εκτιμά την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων που λαμβάνονται κατά περίπτωση από τον καταναλωτή και, εν ανάγκη, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων. Τα κράτη μέλη η νομοθεσία των οποίων απαιτεί από τους πιστωτικούς φορείς να αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, μπορούν να διατηρήσουν την απαίτηση αυτή». Η ανωτέρω   οδηγία  δεν  ισχύει  για  τις  συμβάσεις  πίστωσης  που  έχουν  υπογραφεί και ισχύουν πριν την έναρξη ισχύος της, πλην όμως κινείται στη δικαιοπολιτική κατεύθυνση την οποία αποτυπώνει το σύνολο των προστατευτικών για τους καταναλωτές διατάξεων του ισχύουν στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου. Περαιτέρω με την ανάληψη μίας δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής δε συντρέχει δολιότητα από μόνο αυτό το γεγονός, προκειμένου δε να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση από ουσιαστική πλευρά θα πρέπει η καθ’ ης, που ενιστάμενη φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης κατ’ αντιστροφή αυτού, να αποδείξει ότι ο αιτών του Ν.3869/2010 εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για  την  οικονομική  συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν  (βλ. σχετικά  Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 78/2013, ΕιρΚουφαλίων 1/2012, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται,  αν  υπερβαίνει  προφανώς  τα  όρια  που  επιβάλλουν  η  καλή

      3ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (βλ. ΟλΑΠ 5/2011 ΝοΒ 2011.1867, ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 2001.382). Η απαγόρευση  άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές. Εξάλλου με την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, που επιτάσσει τον οικονομικό και κοινωνικό απεγκλωβισμό να επανενταχθεί στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα με γνώμονα το γενικό συμφέρον, ρυθμίζοντας τα χρέη του (βλ. σχετ. ΑΠ 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, ΑΠ 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, εκδ. 2010, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις και ΕιρΑθ 161/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

         Στην προκειμένη περίπτωση τόσο με προφορική δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και με τις προτάσεις της η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια προέβαλε τους παρακάτω ισχυρισμούς: Ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για το λόγο ότι ο αιτών δεν αναφέρει στην αίτησή του το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεών του, δεν εξειδικεύει επαρκώς τις δαπάνες διαβίωσής του παρά αρκείται να καθορίσει αυτές στο ύψος των 1.000 ευρώ και δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο εικοσιτετράχρονος γιός του δεν εργάζεται. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος καθώς η αίτηση περιέχει κατά τα προαναφερόμενα όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Επίσηςπροέβαλε τον ισχυρισμό της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση υπερχρέωσης και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής για το λόγο ότι κατέφυγε σε αλόγιστο δανεισμό, κάνοντας εσφαλμένες εκτιμήσεις των οικονομικών δυνατοτήτων  του  πολύ  παραπάνω  από την κρίση του μέσου και σώφρονος ανθρώπου. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά  ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.3869/2010 και ως προς το αν συντρέχουν ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που αναλύθηκαν ανωτέρω, ως προς τη θεμελίωση της δολιότητας, άπτεται της ουσίας που θα εξετασθεί εν συνεχεία. Τέλος προέβαλε και τον ισχυρισμό ότι το δικαίωμα του αιτούντος ασκείται καταχρηστικά καθώς η αδυναμία πληρωμής του προέκυψε από δικές του εσφαλμένες εκτιμήσεις και διότι προτείνει για συνολική υποχρέωση ύψους 17.000 ευρώ να καταβάλλει μηνιαίως και για 120 μήνες, μόλις το ποσό των 5 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ομοίως ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί εν συνεχεία από ουσιαστική άποψη.

         Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η ανωμοτί κατάθεση του αιτούντος, που  εξετάστηκε  νόμιμα και περιέχεται  στα  ταυτάριθμα  με την παρούσα απόφαση πρακτικά, όλα τα έγγραφα που νομοτύπως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας υπόθεσης, σε συνδυασμό και προς τις ομολογίες των διαδίκων οι οποίες συνάγονται από το υπό κρίση δικόγραφο, τις έγγραφες προτάσεις τους και το σύνολο των ισχυρισμών τους (βλ. άρθρ. 261, 352 ΚΠολΔ) αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

        Ο αιτών, ηλικίας 55 ευρώ κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης είναι άνεργος  έχοντας  μηδενικά  εισοδήματα  (βλ.  εκκαθαριστικό σημείωμα  2012,

4ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

στο οποίο αναφέρεται ως εισόδημα το ποσό των 7.130 ευρώ του ιδίου και 1.972 της συζύγου του, εισόδημα που όμως είναι τεκμαρτό κι όχι πραγματικό όπως προκύπτει από το ίδιο έγγραφο). Κατά το έτος 2010 το εισόδημά του ήταν ομοίως μηδενικό, της συζύγου του όμως ανερχόταν σε 5.400,76 ευρώ. Η σύζυγός του είναι πλέον άνεργη (από το έτος 2010, βλ. την από 26.7.2010 απόφαση του ΟΑΕΔ) και δυνάμει της υπ’ αριθ. 18.11.2013 απόφασης του ΟΑΕΔ λαμβάνει επίδομα ανεργίας με ημερομίσθιο 8 ευρώ, ήτοι 240 ευρώ μηνιαίως ποσό που αποτελεί και το μοναδικό τους εισόδημα (βλ. σχετικά έγγραφα). Προηγουμένως και από 5.7.2010 λάμβανε επίδομα ανεργίας το ποσό των 545 ευρώ. Ο αιτών κατά το παρελθόν εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος με την ειδικότητα του χημικού μηχανικού και λάμβανε όταν εργαζόταν το ποσό των 1.700 ευρώ, όπως προκύπτει από την ανωμοτί κατάθεσή του και είχε επομένως επαρκές εισόδημα για να ανταπεξέρχεται στις δανειακές και λοιπές υποχρεώσεις του (βλ. και προσκομιζόμενο πτυχίο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Περαιτέρω, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τον Οκτώβριο του 2008 εγγράφτηκε στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ λαμβάνοντας από 15.10.2008 μέχρι και 14.10.2009 επίδομα ανεργίας ύψους 480 ευρώ μηνιαίως (βλ. σχετικά και υπ’ αριθ. 11/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, και το έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του). Εξαιτίας δε της ειδικότητάς του ως χημικού μηχανικού δεν δικαιούται κάρτα ανεργίας (βλ. την από 22.6.2011 βεβαίωση του ΟΑΕΔ). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2009, που αφορά εισοδήματα του 2008 ο εισόδημά του ανερχόταν στο ποσό των 14.356,40 ευρώ. Εφόσον επομένως ο αιτών είναι πλέον άνεργος (ομοίως και η σύζυγός του) κρίνεται ότι τα εισοδήματά τους έχουν υποστεί σημαντική μείωση, σχεδόν έχουν εκμηδενιστεί τα τελευταία έτη. Περαιτέρω και όσο αφορά στην οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. 16782/19.3.2013 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης ο αιτών και η σύζυγός του έχουν τρία παιδιά που γεννήθηκαν στις 1.12.1988, 14.12.1995 και 30.1.1983, αντίστοιχα εκ των οποίων ένα σπουδάζει στην Ξάνθη στη σχολή ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών υπολογιστών και το δεύτερο στη Θεσσαλονίκη στη σχολή χημικών (βλ. σχετικά έγγραφα σε συνδυασμό με την κατάθεση του αιτούντος). Συνεπώς επιβαρύνεται ο αιτών εκτός από τις δικές του δαπάνες διαβίωσης και με τις δαπάνες άλλων προσώπων, ήτοι των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του που είναι φοιτητές. Εξάλλου ο αιτών δεν έχει ακίνητη περιουσία στο όνομά του ούτε κινητή όπως προκύπτει από το έντυπο Ε1 2012. Διέμενε κατά το παρελθόν οικογενειακά σε οικία που μίσθωνε ενώ πλέον επιδοτείται από το κοινωφελές ίδρυμα «Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και αποκατάστασης Αποδήμων και Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων (ΕΙΥΑΠΟΕ) όπως προκύπτει από την ανωμοτί κατάθεσή του. Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι ο αιτών δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας, το ότι έχει στην οικογένειά του δύο προστατευόμενα μέλη που σπουδάζουν, ώστε να επιφορτίζεται με τις δαπάνες διαβίωσης και άλλων προσώπων εκτός από τις δικές του προκύπτει ότι το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του ανέρχεται στο ποσό των 800 ευρώ. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο οφειλέτης ο οποίος ζητά να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Παρατηρείται όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση το εισόδημά του δεν επαρκεί για την κάλυψη του ανωτέρω ποσού, αφού είναι μηδενικό τεκμαίρεται συνεπώς προφανής εκ μέρους του έλλειψη ρευστότητας. Εξάλλου σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, γεγονός που δεν αμφισβήτησε ρητά η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με τις προτάσεις της προβάλλοντας περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η δανειακή υποχρέωση του αιτούντος αναλήφθηκε το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης, συναγόμενης περί αυτού ομολογίας της κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 216 ΚΠολΔ, (βλ. ΑΠ 168/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ο αιτών έχει αναλάβει το παρακάτω ληξιπρόθεσμο χρέος συνολικού ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα μέχρι την κατάθεση της αίτησης 17.750,39 ευρώ: Την υπ’ αριθ. 2068718658 σύμβαση καταναλωτικού δανείου κατά κεφάλαιο 17.145,09 και τόκους 605,30 ευρώ, ήτοι συνολικά 17.750,39 ευρώ. Η ανωτέρω οφειλή είναι ληξιπρόθεσμη όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 2383/2013  διαταγή  πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών.  Το ανωτέρω δάνειο

5ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

λόγω του ύψους του και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο αιτών, που άνωθεν περιγράφεται, τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει το ληξιπρόθεσμο χρέος του προς την καθ’ ης η αίτηση πιστώτρια, κατά δε την ανάληψη της ανωτέρω υποχρέωσης αφενός μεν τα εισοδήματα του ήταν υψηλότερα όπως προκύπτει από το ιστορικό που προηγήθηκε και αφετέρου οι μηνιαίες δαπάνες της μέσης ελληνικής οικογένειας ήταν προφανώς μικρότερες, όπως συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Λόγω όμως της οικονομικής κρίσης που επακολούθησε και τις δυσμενείς συνέπειες που είχε στην ελληνική οικονομία κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή της ανωτέρω οφειλής δεδομένου ότι οι δαπάνες διαβίωσης και τα τρέχοντα έξοδα του μέσου Έλληνα έχουν αυξηθεί σημαντικά. Εξάλλου, ο αιτών οδηγήθηκε στην ανωτέρω κατάσταση ελλείψει δόλου, καθόσον δε συντρέχει δολιότητα με την ανάληψη της ανωτέρω δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής. Θεωρούσε δε ο αιτών ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτήν του την υποχρέωση  με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματα του, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε, που τον οδήγησε σε μόνιμη  και  διαρκή  αδυναμία  πληρωμής  των  ληξιπρόθεσμων  οφειλών του. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή του. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την α­φαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του  (κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους (βλ. σχετικά και ΕιρΚουφ 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου η διαγραφή του χρέους που ζητά ο αιτών, είναι μεν μεγάλη αλλά λόγω της ανεργίας του κρίνεται ανάλογη της μείωσης των εισοδημάτων που υπέστη, χωρίς δική του υπαιτιότητα, ενώ και το συνολικό ποσό της οφειλής του δεν κρίνεται υψηλό σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας στις οποίες βρισκόταν κατά την ανάληψή του. Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία πως ο αιτών εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν  (βλ. σχετικά  Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά  τις ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 78/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα ανωτέρω οι ενστάσεις καταχρηστικότητας της αίτησης και δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής που προέβαλε η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες.

        Με βάση τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που αντιμετωπίζει, οι οποίες επικεντρώνονται στη παρούσα φάση στο μηδενικό εισόδημά του, συμπεριλαμβανομένου του ανεπαρκούς εισοδήματος της συζύγου του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους σ’ αυτή του άρθρου αρθρ. 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 περί μηδενικών καταβολών, σύμφωνα και με τη σχετική πρότασή του προς τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια, περιεχόμενη στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών που υποβάλλει όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με προφορική δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις του (βλ. και Αθ. Κρητικός ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων σελ. 139). Κατά συνέπεια οι μηνιαίες καταβολές του αιτούντος προς την καθ’ ης η αίτηση ορίζονται μηδενικές. Όσο αφορά στον επαναπροσδιορισμό τους, εφ’ όσον το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη δεν εκκαθαρίζεται οριστικά με τη παρούσα ρύθμιση και ενόψει της ηλικίας και της οικογενειακής κατάστασης του αιτούντος, όπως και το ενδεχόμενο μεταβολής των οικονομικών του δυνατοτήτων μέσω της εξεύρεσης εργασίας στο άμεσο μέλλον,  γεγονός για το οποίο οφείλει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της ρύθμισης, ορίζεται νέα δικάσιμος η πρώτη στο παρόν Δικαστήριο και κατά την προκειμένη διαδικασία μετά τη παρέλευση δώδεκα  (12)  μηνών  από  τη  δημοσίευση  της  παρούσας, ήτοι η 22α.9.2015 κατά την

6ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)

οποία οι διάδικοι οφείλουν να παρασταθούν χωρίς περαιτέρω κλήση κατ’ εφαρμογή του αρθρ. 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010.

          Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και κατά την ουσιαστική της πλευρά, αφού συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι εξαιρετικές περιστάσεις και προϋποθέσεις του Ν. 3869/2010 και να οριστούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια. Πρέπει όμως να επαναπροσδιορισθούν αυτές μετά από 12 μήνες σε νέα δικάσιμο την πρώτη στο παρόν Δικαστήριο μετά την παρέλευση του ανωτέρω διαστήματος και κατά τη προκειμένη διαδικασία, ήτοι η 22α.9.2015. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ  ό,τι  στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΟΡΙΖΕΙ μηδενικές μηνιαίες καταβολές για τον αιτούντα προς τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια, ρυθμίζοντας προσωρινά τα χρέη του και για διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας.

ΟΡΙΖΕΙ νέα δικάσιμο την πρώτη στο παρόν Δικαστήριο και κατά την προκειμένη διαδικασία μετά τη παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας, ήτοι την 22α.9.2015.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανεμφάνιση των διαδίκων κατά την προαναφερόμενη νέα δικάσιμο κατά την οποία οφείλουν να παρασταθούν χωρίς περαιτέρω κλήση.

ΚΡΙΘΗΚΕΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 3.9.2014 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Ο  ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                 Ο  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:     /2014  ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Εκουσίας Δικαιοδοσίας

         ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Νικόλαο Μάνο, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και το  Γραμματέα  Σταύρο  Κανελλάκη.

         ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση:

         ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1. Μ. Α.  2. Ν. Π. , αμφοτέρων κατοίκων Αλεξανδρούπολης οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ζαχαρούλας Τσιρτσίδου.

        ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ: 1. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EUROBANK EFG», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Απόστολου Πουτουλούδη και Παναγιώτη Δεμερτζή. 2. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Πειραιώς», η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Χαλκίδη 3. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΤΕ BANK», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Χαλκίδη. 4. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτας Δεμερτζή. 5. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Alpha bank», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη. 6. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Αttice bank», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Αικατερίνης Μπέρδου.

         Οι καλούντες με την από 15.11.2013 κλήση τους που απευθύνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

         Για την συζήτηση της παραπάνω αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθ. 418/2013 πράξη η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

         Κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των καλούντων και των καθ’ ων η κλήση ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

         Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, με την από 15.11.2013 κλήση των αιτούντων (αρ. εκθ. κατ. 418/2013), που επισπεύδουν την παρούσα συζήτηση, οι κρινόμενες αιτήσεις τους με αριθμούς κατάθεσης 61/2012 και 19/2013 μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 331/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για την συμπλήρωση από τον δεύτερο αιτούντα των απαραίτητων εγγράφων που αποδεικνύουν το χρόνο της άσκησης της εμπορικής του δραστηριότητας και το χρόνο διακοπής αυτής.

         Ι. Με την υπό κρίση αίτηση, που επανέρχεται προς συζήτηση η αιτούσα, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, που αναφέρεται στην περιεχόμενη στην   αίτηση   αναλυτική  κατάσταση,  ζητεί   τη   διευθέτησή   τους   από   το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των προαναφερόμενων  πιστωτών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που υποβάλλει, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, όπως την εκθέτει στην αίτησή της και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αίτηση αρμόδια φέρεται στο καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για συζήτηση, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθρ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 4161/2013), εφόσον για το παραδεκτό της, αφού για την προδικασία των εκκρεμών αιτήσεων κατά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4161/2013 ισχύουν οι διατάξεις του Ν.3869/2010:  α)  τηρήθηκε η προδικασία

     2ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας Ν. 4161/2013)

του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρ. 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος (συμβιβασμός) απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από τη διαμεσολαβητή δικηγόρο Ζαχαρούλα Τσιρτσίδου, β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 όπως προκύπτει από τα έγγραφα της γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου που επισυνάπτονται στο φάκελο της δικογραφίας. Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά : α)  την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των συμμετεχόντων στη δίκη πιστωτών β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 Ν. 3869/2010 (βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού,  υπεύθυνης  δήλωσης   για   την  ορθότητα  και  πληρότητα των καταστάσεων κλπ και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες (βλ. τις έγγραφες απαντήσεις – αντιρρήσεις τους). Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του Ν.3869/2010, όπως οι ανωτέρω διατάξεις συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν.4161/2013, ο οποίος εφαρμόζεται όσο αφορά στις ουσιαστικές του διατάξεις και στις εκκρεμείς αιτήσεις, καθόσον  με  βάση  τα  εκτιθέμενα  σ’  αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, όπως ισχυρίζεται. Επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά και την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης απ’ όλους του πληρεξούσιους δικηγόρους.

         Απαραίτητα κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης του οφειλέτη που ζητά την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, είναι όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 4 του Ν. 3869/2010 ότι: ο αιτών (φυσικό πρόσωπο και μη έμπορος) έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου (Ν. 3869/10), ότι συντρέχει στο πρόσωπο του μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων αυτών χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, το ύψος της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και του συζύγου του από την εργασία του αλλά και από λοιπές πηγές, ποιοι είναι οι πιστωτές με πλήρη στοιχεία, ποιες  είναι  οι  απαιτήσεις των πιστωτών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, οι οποίες πρόκειται να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του νόμου, καθώς και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών αυτών (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ΕιρΚαλύμ 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλεξ 32/2012 αδημ). Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία μπορούν παραδεκτά να συμπληρωθούν από τις αποδείξεις στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος είτε από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 της κοινοτικής οδηγίας 2008/48 τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη χορήγηση των πιστώσεων έχουν υποχρέωση εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας ορίζεται ότι «τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας  εκτιμά  την πιστοληπτική  ικανότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών

στοιχείων που λαμβάνονται κατά περίπτωση από τον καταναλωτή και, εν ανάγκη, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων. Τα κράτη μέλη η νομοθεσία των οποίων απαιτεί από τους πιστωτικούς φορείς να αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, μπορούν να διατηρήσουν την απαίτηση αυτή». Η ανωτέρω   οδηγία  δεν  ισχύει  για  τις  συμβάσεις πίστωσης  που  έχουν  υπογραφεί και ισχύουν πριν την έναρξη ισχύος της, πλην όμως κινείται στη δικαιοπολιτική κατεύθυνση την οποία αποτυπώνει το σύνολο των προστατευτικών για τους καταναλωτές διατάξεων του ισχύουν στα πλαίσια του    κοινοτικού    δικαίου.   Περαιτέρω  με    την   ανάληψη   μίας   δανειακής

     3ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας Ν. 4161/2013)

υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής δε συντρέχει δολιότητα από μόνο αυτό το γεγονός, προκειμένου δε να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση από ουσιαστική πλευρά θα πρέπει η καθ’ ης, που ενιστάμενη φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης κατ’ αντιστροφή αυτού, να αποδείξει ότι ο αιτών του Ν.3869/2010 εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας  πλαστά στοιχεία  ή  αποκρύπτοντας  υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για  την οικονομική  συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν (βλ. σχετικά  Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 78/2013, ΕιρΚουφ 1/2012, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (βλ. ΟλΑΠ 5/2011 ΝοΒ 2011.1867, ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 2001.382). Η απαγόρευση  άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές. Εξάλλου με την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, που επιτάσσει τον οικονομικό και κοινωνικό απεγκλωβισμό να επανενταχθεί στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα με γνώμονα το γενικό συμφέρον, ρυθμίζοντας τα χρέη του (βλ. σχετ. ΑΠ 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, ΑΠ 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, εκδ. 2010, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις και ΕιρΑθ 161/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με τα ιδίως ως προς τη σχέση δολιότητας και ανάληψης δανειακής υποχρέωση ότι η μη δολιότητα καταλαμβάνει εξ ορισμού όχι μόνο την αδυναμία πληρωμής αυτή καθεαυτή, αλλά και την ανάληψη του εγχειρήματος της λήψης δανείων, εάν προδήλως ήταν αδύνατη η αποπληρωμή του (βλ. ΕιρΑθ 210/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έννοια του δόλου στο Αστικό Δίκαιο ορίζεται κατ’ αρχήν στο άρθρο 330 ΑΚ, όπου «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο για κάθε αθέτηση της υποχρεώσεως του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές» και εκφέρεται για την περίπτωση της ευθύνης λόγω πταίσματος στις συμβατικές ενοχές, όσο και επί αδικοπραξιών. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δυο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια, ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του Αστικού Δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ. που ορίζει ότι «με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του αποτελέσματος της πράξης του, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και,  παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής (Ολ ΑΠ 4/2010, Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ

     4ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας Ν. 4161/2013)

297/2007, ΕΑ 4681/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου κι έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία αυτός επιδοκιμάζει δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι ή απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ. Μεταξύ  των  εννοιολογικών  στοιχείων   του  δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του. Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό, ότι αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν χρειάζεται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση (Ν. 3869/2010) ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

        Τόσο με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθ. 331/2013 απόφαση πρακτικά όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο παρόν Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 4ης.6.2013 οι καθ’ ων οι αίτηση πιστώτριες αρνήθηκαν την αίτηση και προέβαλαν το ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου, που κρίνεται απορριπτέος καθώς η αίτηση περιέχει όλα τα απαραίτητα κατ’ αρθρ. 216 ΚΠολΔ στοιχεία (βλ. νομική σκέψη), τον ισχυρισμό περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και κατάχρησης του σχετικού δικαιώματός της καθότι προέβαινε σε αλόγιστο δανεισμό πέρα από τις οικονομικές της δυνατότητες Οι τελευταίοι ισχυρισμοί αποτελούν ενστάσεις ερειδόμενες στα αρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 281 ΑΚ και θα ερευνηθούν εν συνεχεία από ουσιαστική άποψη.

        ΙΙ. Με την υπό κρίση β’ αίτηση που επανέρχεται προς συζήτηση ο αιτών επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ’ ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, που αναφέρεται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητεί τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των προαναφερόμενων  πιστωτών,   σύμφωνα   με   το   σχέδιο  διευθέτησης,   που  υποβάλλει,   αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, όπως την εκθέτει στην αίτησή του και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του.  Με  το παραπάνω  περιεχόμενο, η αίτηση αρμόδια φέρεται στο καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για συζήτηση, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθρ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 4161/2013), εφόσον για το παραδεκτό της, αφού για την προδικασία των εκκρεμών αιτήσεων κατά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4161/2013 ισχύουν οι διατάξεις του Ν.3869/2010: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρ. 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος (συμβιβασμός) απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από τη διαμεσολαβητή δικηγόρο Βασιλική Μαρινάκη, β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 όπως προκύπτει από τα έγγραφα της γραμματείας του Ειρηνοδικείου  Αθηνών και της γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου όπως προκύπτει από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο φάκελο της δικογραφίας. Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των συμμετεχόντων στη δίκη πιστωτών β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 Ν. 3869/2010     (βεβαίωσης    αποτυχίας    του    εξωδικαστικού    συμβιβασμού,

     5ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας Ν. 4161/2013)

υπεύθυνης  δήλωσης   για   την  ορθότητα  και  πληρότητα των καταστάσεων κλπ και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες (βλ. τις έγγραφες απαντήσεις – αντιρρήσεις τους). Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του Ν.3869/2010, όπως οι ανωτέρω διατάξεις συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν. 4161 /2013, ο οποίος εφαρμόζεται όσο αφορά στις ουσιαστικές του διατάξεις και στις εκκρεμείς αιτήσεις, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, όπως ισχυρίζεται. Επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά και την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης απ’ τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων.   

        Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 «Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή». Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται  μόνο  φυσικά  πρόσωπα,  και  μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν

 αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρο 2 παρ. 3 του ΠτΚ). Από τη ρύθμιση του νόμου αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως για τους οποίους μάλιστα βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνεται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου. Γι αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του Ν 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο διάστημα για την εφαρμογή ή μη του νόμου, αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, βασικά, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως. (Αθ. Kρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων Ν 3869/2010, σελ. 39 και ΕιρΑθ 198/2011,ΝΟΜΟΣ).

        Τόσο με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθ. 331/2013 απόφαση πρακτικά όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο παρόν Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 4ης.6.2013 οι καθ’ ων οι αίτηση πιστώτριες αρνήθηκαν την αίτηση και προέβαλαν τους ίδιους ισχυρισμούς με την υπό κρίση α΄ αίτηση που θα ερευνηθούν στην ουσία τους ισχυριζόμενοι επιπλέον ότι στο πρόσωπο του αιτούντος συντρέχει η εμπορική ιδιότητα, λόγος για τον οποία το Δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διευκρινιστεί το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα. Ο τελευταίος ισχυρισμός συνιστά ένσταση ερειδόμενη στη διάταξη του αρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και θα ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία του.

       Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε νόμιμα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 4.6.2013 και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθ. 331/2013 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που νομοτύπως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται όλα στο σύνολο τους, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας υπόθεσης, σε συνδυασμό και προς τις ομολογίες των αιτούντων και των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίες συνάγονται από τα υπό κρίση δικόγραφα, τις έγγραφες προτάσεις  τους  και  το  σύνολο  των  ισχυρισμών  τους  (βλ.  άρθρ.  261, 352

     6ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας Ν. 4161/2013)

ΚΠολΔ), στους οποίους θα γίνει ειδική και περιοριστική μνεία κατωτέρω αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

      Η πρώτη αιτούσα ηλικίας 44 ετών είναι παντρεμένη με το δεύτερο αιτούντα ηλικίας 48 ετών και δεν έχουν παιδιά. Η πρώτη εργάζεται ως καθηγήτρια φιλόλογος κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα για τα οποία φορολογείται κανονικά, το δε μηνιαίο εισόδημά της ανέρχεται κατά τη συζήτηση της παρούσας σε 503,33 ευρώ όπως προκύπτει από τη φορολογική δήλωση 2013. Ο δεύτερος αιτών εργαζόταν στο παρελθόν ως δημοσιογράφος στη Δ Τηλεόραση και επί του παρόντος ως σύμβουλος στο Δήμο Ορεστιάδας. Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 68/5.1.2012 δήλωση διακοπής εργασιών της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης έκανε έναρξη εργασιών στις 12.12.1995 ως δημοσιογράφος και διακοπή εργασιών στις 31.12.2011. Στις 18.6.1998 πραγματοποίησε επέκταση δραστηριοτήτων για έκδοση εφημερίδας. Στις 1.3.2006 διέκοψε την ανωτέρω εργασία του. Η εν λόγω άσκηση δραστηριότητας ανεξάρτητα από τα αν προσδίδει ή όχι στον αιτούντα την εμπορική ιδιότητα, εν τούτοις δεν του στερεί το δικαίωμα υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013) καθόσον δεν είχε παύσει τις πληρωμές του κατά το χρονικό αυτό διάστημα, αφού όπως βεβαιώνει και ο μάρτυρας απόδειξης το οικονομικό πρόβλημα των αιτούντων παρουσιάστηκε το 2009. Συνεπώς κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης που είναι και ο κρίσιμος για την κρίση περί συνδρομής της εμπορικής δραστηριότητας στο πρόσωπο του αιτούντος – οφειλέτη, δεν είχε την εμπορική ιδιότητα, απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού των πιστωτών ως ουσιαστικά αβάσιμου. Εξάλλου από τα προσκομιζόμενα έντυπα Ε3 προκύπτει ότι το δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος είναι εισόδημα από παροχή υπηρεσιών και όχι από εμπορική επιχείρηση (βλ. σχετικά έγγραφα που προσκομίζει ο αιτών). Σήμερα το εισόδημα του αιτούντος που παρέχει τις υπηρεσίες του στο Δήμο Ορεστιάδας, ως σύμβουλος ανέρχεται σε 920 ευρώ (εισόδημα που όπως ισχυρίζεται θα λαμβάνει μέχρι τη διενέργεια των δημοτικών εκλογών του 2014, που ήδη κατά το χρόνο έκδοσης της παρούσας έχει παρέλθει). Όσο αφορά την λοιπή περιουσία τους ο δεύτερος αιτών δεν έχει ακίνητη περιουσία διαθέτει όμως ένα αυτοκίνητο τύπου τζιπ (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης) για το οποίο υπάρχει παρακράτηση κυριότητας. Η αιτούσα διαθέτει στην κυριότητά της ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον τρίτο όροφο οικοδομής στην Αλεξανδρούπολη στην οδό Αλ. Παπαναστασίου 7, καθαρού εμβαδού 117,40 τμ του οποίου η αντικειμενική αξία εκτιμάται στο ποσό των 135.597,00 όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο φύλλο υπολογισμού αξίας. Εφόσον όμως πρόκειται για ζευγάρι χωρίς παιδιά με ιδιόκτητη κατοικία το μηνιαίο κατά την κρίση του Δικαστηρίου ποσό που είναι απαραίτητο για τη διαβίωσή τους ανέρχεται σε 600 ευρώ. Περαιτέρω σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης η αιτούσα ανέλαβε τις παρακάτω δανειακές υποχρεώσεις κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ως εξής: Από την τέταρτη εκ των καθ’ ων πιστωτική κάρτα ποσού 8.689,93 ευρώ και πιστωτική κάρτα ποσού 7.747,18 ευρώ. Από την πρώτη εκ των καθ’ ων στεγαστικό δάνειο ποσού 81.064,36 ευρώ εξασφαλισμένο με προσημείωση β τάξης. Από την τρίτη εκ των καθ’ ων επαγγελματικό δάνειο ποσού 18.271,05 ευρώ, πιστωτική κάρτα ποσού 3.654,08 ευρώ και πιστωτική κάρτα ποσού 2.467,60 ευρώ. Από την δεύτερη εκ των καθ’ ων πιστωτική κάρτα ποσού 3.514,70 ευρώ, πιστωτική κάρτα ποσού 6.607,27 ευρώ, καταναλωτικό δάνειο ποσού 9.381,47 ευρώ, καταναλωτικό δάνειο 9.963,82 ευρώ, στεγαστικό δάνειο ποσού 202.057,99 ευρώ, εξοπλισμένο με εμπράγματη ασφάλεια, ήτοι προσημείωση υποθήκης α τάξης, πιστωτική κάρτα ποσού 7.572,59 ευρώ και πιστωτική κάρτα ποσού 5.474,61 ευρώ.  Το σύνολο επομένως της οφειλής της ανέρχεται σε 366.466,65 ευρώ. Όσο αφορά στο δεύτερο αιτούντα ανέλαβε από την τέταρτη εκ των καθ’ ων πιστωτική κάρτα ποσού 3.627,09 ευρώ, πιστωτική κάρτα ποσού 3.754,16 ευρώ. Από την πρώτη εκ των καθ’ ων δανειακή υποχρέωση συγκέντρωσης οφειλών ποσού 81.064,36 ευρώ εξοπλισμένη με προσημείωση β τάξης. Από τη δεύτερη εκ των καθ’ ων καταναλωτικό δάνειο ποσού 6.607,27 ευρώ, δάνειο ως εγγυητής ποσού 9.963,82 ευρώ, καταναλωτικό δάνειο ποσού 5.233,25 ευρώ. Από την τρίτη εκ των καθ’ ων πιστωτική κάρτα ποσού 7.094,68 ευρώ πιστωτική κάρτα ποσού 4.040,60 ευρώ και καταναλωτικό δάνειο ποσού 22.180,69 ευρώ. Από την πέμπτη εκ των καθ’ ων καταναλωτικό δάνειο ποσού 15.001,35 ευρώ  και  καταναλωτικό δάνειο ποσού 153,05 ευρώ. Από την έκτη

     7ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας Ν. 4161/2013)

εκ των καθ’ ων αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 527,06 ευρώ και αλληλόχρεο λογαριασμό 3.005,05 ευρώ. Το σύνολο επομένως της οφειλής του ανέρχεται σε 162.252,43 ευρώ. Όπως όμως προκύπτει ευθέως από την ανωτέρω κατάσταση οφειλών των αιτούντων όλες σχεδόν οι δανειακές τους υποχρεώσεις αφορούν σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, χωρίς να προκύπτει από τα δικόγραφα των αιτήσεων και την αποδεικτική διαδικασία ο λόγος για τον οποίο προέβησαν στην ανάληψη όλων αυτών των υποχρεώσεων που εκ των πραγμάτων συνδέονται με τον υπέρμετρο καταναλωτισμό. Συνολικά, η πρώτη αιτούσα έχει αναλάβει δέκα δανειακές υποχρεώσεις πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων ενώ ο δεύτερος αιτών έντεκα. Όσο δε αφορά στα στεγαστικά δάνεια των πρώτης αιτούσας είναι δύο στον αριθμό, ενώ η ιδιόκτητη κύρια κατοικία της είναι και όπως ισχυρίζεται δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία. Υπό τα δεδομένα όμως αυτά η ανάληψη και δεύτερης υποχρέωσης από στεγαστικό δάνειο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθεί καθότι δεν προκύπτει ότι κάλυψε απαραίτητη ανάγκη της αιτούσας. Έτσι εκ του συνόλου των οφειλών προκύπτει αβίαστα ότι οι αιτούντες ανέλαβαν περισσότερες δανειακές υποχρεώσεις απ’ αυτές που βρίσκονταν εντός των οικονομικών τους δυνατοτήτων. Από την επισκόπηση δε των εισοδημάτων προηγούμενων ετών όπως ανωτέρω σημειώθηκε, προκύπτει τα εισοδήματά τους κατά τα έτη 2010 και 2011 ήταν ικανοποιητικά (βλ. αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα από τα οποία προκύπτει εισόδημα έτους 2010 28.469,54 ευρώ για τον αιτούντα και 32.467,36 για την αιτούσα και εισόδημα έτους 2011 28.615,78 ευρώ για τον αιτούντα και 28.690,65 ευρώ για την αιτούσα) και σταθερά παρά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία. Το γεγονός όμως αυτό σε συνδυασμό με το ότι τα ίδια έτη προέβαιναν σε περαιτέρω αναλήψεις μετρητών από τις πιστωτικές τους κάρτες (βλ. την από 14.3.2013 κίνηση λογαριασμού πιστωτικής κάρτας που προσκομίζει η Εμπορική Τράπεζα) ενισχύει απόλυτα την κρίση του Δικαστηρίου ότι περιήλθαν δολίως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής. Κι αυτό γιατί από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει ότι ο δανεισμός τους ήταν αλόγιστος, υπερβολικός και πέραν των ορίων του δανεισμού στον οποίο θα   κατέφευγε  ο  μέσος  καταναλωτής, άσχετα εάν τα εισοδήματά τους κατά το παρελθόν ήταν υψηλότερα (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Ειδικά για τον δεύτερο αιτούντα σημειώνεται ότι παρά τη μη ύπαρξη ακίνητης περιουσίας που θα μπορούσε να εξασφαλίσει τους πιστωτές βασίστηκε μόνο στο εισόδημά του για την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων. Κρίνεται επομένως ότι βάσει του συνεχούς δανεισμού οι αιτούντες επεδίωκαν να εξασφαλίσουν ανώτερο βιοτικό επίπεδο από αυτό που επέτρεπαν τα εισοδήματά τους. Τα τελευταία (εισοδήματα) ήταν μεν υψηλά και παρουσίαζαν σταθερότητα, ώστε να τους επιτρέπουν να προβούν σε δανεισμό, όχι όμως σε τέτοιο επίπεδο, χωρίς να προκαλείται ανασφάλεια ως προς την αποπληρωμή τους. Το γεγονός δε ότι εξακολουθούσαν να κάνουν χρήση των πιστωτικών τους καρτών και μετά το 2009 που άρχισαν να αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης (που όμως δεν επιβεβαιώνεται από τα εισοδήματά τους κατά τα έτη 2009,2010 και 2011) καταδεικνύει τη δολιότητά τους ως προς τη μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Εφόσον επομένως όταν ακόμα τα εισοδήματά τους δεν είχαν διαρραγεί σε σημαντικό βαθμό από την οικονομική κρίση (2010,2011) και την εντεύθεν γενική μείωση των εισοδημάτων και οι ίδιοι αντιμετώπιζαν οικονομική δυσχέρεια από το 2009, αποδεικνύει ότι οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Εφόσον επομένως με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τα εισοδήματά τους δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων όταν τα αναλάμβαναν προέβαιναν δε σε αλόγιστο δανεισμό χωρίς προφανή αιτία και επιθυμώντας να αυξήσουν το βιοτικό τους επίπεδο, καθίσταται σαφές ότι ευθύνονται οι ίδιοι για την περιέλευσή τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, η οποία υπήρχε ήδη από το χρόνο ανάληψης των υποχρεώσεων αυτών. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου επομένως με βάση όλα τα ανωτέρω, τα εισοδηματικά τους κριτήρια δεν τους επέτρεπαν να προσφύγουν στον υπέρογκο δανεισμό που προέβησαν, πόσο μάλλον όταν το μεγαλύτερο ποσοστό του χρέους τους αφορά σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες για τα οποία δεν εξηγούν περαιτέρω το λόγο ανάληψης και σε τι τους εξυπηρετούσαν από οικονομική άποψη, όταν είχαν τόσο μεγάλα κατά το παρελθόν εισοδήματα, όπως ισχυρίζονται. Επομένως οι ισχυρισμοί τους κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά   αβάσιμοι.   Έτσι   κι   αν   ακόμα  βρίσκονται  σήμερα  σε  μόνιμη

     8ο φύλλο της υπ’ αριθ.      /2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης

(διαδικασία εκουσίας Ν. 4161/2013)

αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, καθίσταται προφανές ότι από δόλο περιήλθαν στην ανωτέρω κατάσταση αφού γνώριζαν ότι η ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων θα είχε ως συνέπεια πιθανές δυσκολίες ως προς την αποπληρωμή των χρηματικών οφειλών  τους. Πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν αποδείχτηκε ότι οι αιτούντες εξαπάτησαν τα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να αναλάβουν τις ανωτέρω δανειακές υποχρεώσεις. Πλην όμως οι τελευταίοι, έχοντας τον τελευταίο λόγο ως προς την ανάληψη ή όχι των δανειακών συμβάσεων προέβησαν σε δανεισμό δυσανάλογο σε σχέση με το εισόδημα και τις οικονομικές τους δυνατότητες, που έπρεπε να προβλέψουν ότι δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν. Προβαίνοντας, εξάλλου, στον ανωτέρω δανεισμό, αποδέχτηκαν το ενδεχόμενο να δυσκολευτούν ως προς την αποπληρωμή των χρεών τους, αφού ναι μεν είχαν σταθερό εισόδημα, όχι όμως τέτοιου ύψους ώστε να εξασφαλίσουν την άνευ ετέρου και ομαλά εξελισσόμενη αποπληρωμή των δανείων τους. Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Δηλαδή γνώριζαν ότι η μη αποπληρωμή των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί ν’ αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Συνεπώς οι αιτούντες έλαβαν υπόψη το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και της εξ’ αρχής αδυναμίας πληρωμής των οφειλών αυτών και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσει στη λήψη συνεχών δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Το ότι μέχρι ένα χρονικό σημείο εξυπηρετούσαν κανονικά τις υποχρεώσεις τους δεν ασκεί επί του παρόντος επιρροή καθόσον κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σε περίπτωση συνεχούς δανεισμού η αδυναμία πληρωμής δεν εμφαίνεται εξ’ αρχής αλλά μεταγενέστερα όταν τα χρέη συσσωρεύονται.

         Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω εφόσον η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των αιτούντων οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο τους, καθόσον υπήρχε εξ’ αρχής κατά το χρόνο ανάληψης των υποχρεώσεών τους, οι υπό κρίση αιτήσεις θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, γενομένης δεκτού του σχετικού ισχυρισμού που υποβάλλουν οι πιστωτές. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατ’ άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις από 8.6.2012 και 21.1.2013 και με αριθμούς κατάθεσης 61/2012 και 19/2013 αιτήσεις.

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της από 8.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης 61/2012 αίτησης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της από 21.1.2013 και με αριθμό κατάθεσης 19/2013 αίτησης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

ΚΡΙΘΗΚΕΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15.7.2014 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Ο  ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                 Ο  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 485/2013

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Εκουσία Δικαιοδοσία (Ν. 3869/2010, 4161/2013)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από τη Δόκιμη Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Ευαγγελία Κοντογεώργου, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, παρουσία και  του Γραμματέα Απόστολου Μπακαλούδη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ  δημόσια στο ακροατήριο του την 22α  Οκτωβρίου  2013,  για να δικάσει τις  παρακάτω υποθέσεις μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ :Σ. Δ., κατοίκου Κυριακής Σουφλίου, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Σοφίας Ταλιαντζή.

ΤΩΝ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Αιόλου αριθμός 86 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Παρασκευής Κανέλη, 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «MARFIN EGNATIA BANK AE» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Θησέως αριθμός 147 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου Αντωνιάδη, 3) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΤΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» δυνάμει του Ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Α 178/1-08-2007) της υπ΄αρθ.  2124/Β95/18-01-2013 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ β 76/18-01-2013) και των σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ β 76/18-01-2013), που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Πεσμαζόγλου 2-6, με ΑΦΜ 997474683 της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο υπεισήλθε νόμιμα ως διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώην Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ» και με το διακριτικό τίτλο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της  Αλέξανδρο Κατσίκη, 4) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «CITIBANKΙinternational plc», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Όθωνος αριθμός 9 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η αιτούσα με την από 22-06-2012 αίτησή της που απευθύνεται  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Για τη συζήτηση της παραπάνω  αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθμό 97/2012 πράξη, η  13η-02-2013 και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την με αριθμό  12920Β/04-10-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Ελένης Χουλιάρα, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην περιλαμβανόμενη στην υποβληθείσα από την αιτούσα κατάσταση πιστωτών της ανώνυμη τραπεζική εταιρία  με την επωνυμία «CITIBANKΙinternational plc». Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.To Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι παρόντες (άρθρο 754 παρ.2 ΚπολΔ), χωρίς να θεωρείται ότι  η πιστώτρια αυτή αντιπροσωπεύεται από τις λοιπές παριστάμενες πιστώτριες, παρά το γεγονός ότι στη  ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους «μετέχοντες στη δίκη» πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας (αρθ. 75 παρ1  περ. β΄του ΚΠολΔ), καθόσον στην εκούσια δικαιοδοσία, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν εφαρμόζεται, όπως στην αμφισβητούμενη, διάταξη του άρθρου 75 παράγραφος 1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ, κατά την οποία «οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Και τούτο διότι η έκταση του επηρεασμού στις έννομες σχέσεις του αιτούντος και των άλλων ενδιαφερομένων είναι διάφορη (βλ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική-Νομολογιακή ανάλυση του ΚπολΔ, έκδοση 1996, αρθ. 754 αριθ Ια΄). Ειδικά στο Ν. 3869/2010 όπου συντρέχουν αντίθετα συμφέροντα των πιστωτών, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη (βλ. σχετ. Π. Αρβανιτάκης: «Η εκουσία δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», περιθ. Αριθ. 4.2, Γ. Ευστρατιάδης: «Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010): Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, σελ 6, εισήγηση σε σεμινάριο επιμόρφωσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών κατά την 29-30/9-2010, πρβλ και ΑΠ 98/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Όπως περαιτέρω προκύπτει σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 22 παρ.5 του Ν.3994/2011, «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει … τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση…να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθ.741 του του ΚΠολΔ ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση στο  ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠοΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36/1601, ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΝΟΜΟΣ και ενδεικτικά ΕιρΚορίνθου 121/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση  (άρθ. 238 και 256 του ΚΠολΔ) αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να προκαλείται μεταβολή της αιτήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή θα πρέπει να γίνεται με   την   άδεια   του δικαστή   κατά   το   μέτρο   που  η  μεταβολή δεν βλάπτει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στη δίκη ή τρίτων. Άλλωστε στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς, ο σκοπός  της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ.Εφ.ΑΘ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ.Μπέη Πολ.Δ.άρθρο 758 παρ.3 αρ. 16 σελ.326 και 330 και Ειρ.Πατρών 25/2013, Ειρ.Κορινθ. 121/2012, ΕιρΚαβ. 161/2012, Ειρ.Λαυρ. 193/2012 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υποθέσεως στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στη λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης, είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 του ΚΠολΔ). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλούν το απαράδεκτο της αιτήσεως. Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ` άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι  το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβάλας 161/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

            Επιπλέον, ο Ν. 3869/2010 έχει ως σκοπό να διευκολύνει την έστω και μερική εξόφληση των χρεών, στην οποία δεν θα μπορούσαν να προβούν οι οφειλέτες χωρίς τη ρύθμιση, όπως και να τους ανακουφίσει κατά το δυνατόν από τη διαρκή πίεση των ατομικών καταδιώξεων. Δεν περιλαμβάνεται όμως στις επιδιώξεις του νομοθέτη η απαλλαγή από χρέη ή από υπόλοιπα τους, όταν είναι δυνατή ή σε όποιο βαθμό είναι δυνατή η ικανοποίησή τους βάσει της υπάρχουσας περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη. Αυτός είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένος να εξυπηρετήσει τις οφειλές του και με τα εισοδήματα από την εργασία του, αλλά και με την περιουσία του. Το δικαστήριο δε, εάν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης, λαμβάνει υπόψη του, για τη μορφή της ρύθμισης που θα διατάξει, όλα τα υποβαλλόμενα ενώπιον του στοιχεία και πρέπει βάσει των διατάξεων του νόμου: α) Να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του οφειλέτη επί μία τετραετία, ώστε να επέλθει από αυτή την πηγή, μερική τουλάχιστον, εξόφληση των χρεών του, αν αυτός δεν έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία, β) Να διατάξει την εκποίηση της τυχόν υφιστάμενης ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη διορίζοντας και εκκαθαριστή, και τέλος γ) να προβεί σε περαιτέρω ρύθμιση σταδιακών καταβολών του οφειλέτη προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση ακίνητο που χρησιμεύει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία του. Οι τρεις προαναφερόμενες ρυθμίσεις δεν αποκλείουν η μία την άλλη και συχνά θα πρέπει να διαταχθούν σωρευτικώς. (Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν./64-Ανάτυπο σελ. 1486). Επομένως, οι επιμέρους δυνατότητες ρυθμίσεων που προσδιορίζονται από το νόμο και ο τρόπος με τον οποίο θα τα καθορίσει το Δικαστήριο συμπλέκονται μεταξύ τους. Ειδικότερα ως προς τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν.3689/2010, όπως η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 ορίζεται ότι “Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής  αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας”. Η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται από την προστασία της προσωπικότητας του οφειλέτη, αλλά και από το άρθρο 21 του Συντάγματος περί προστασίας της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Η δε εξαίρεση της κύριας κατοικίας και η υποχρέωση για καταβολή του ποσού μέχρι του 80% της αντικειμενικής του αξίας δεν εξαρτάται από το εάν η κύρια κατοικία είναι βεβαρημένη ή μη. Ακόμη και εάν η κύρια κατοικία είναι ελεύθερη βαρών ή βεβαρημένη μόνο για τμήμα των χρεών του οφειλέτη, ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλλει σε διάρκεια μέχρι 35 έτη, ποσά που αντιστοιχούν μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας δεν είναι τελείως ανώδυνη για τον οφειλέτη, αλλά αυτός αναλαμβάνει μία πρόσθετη υποχρέωση, πέραν αυτής που του επιβάλλεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του άρθρου 8 Ν. 3869/2010, η απαλλαγή από τα οποία είναι ανεξάρτητη από την εξυπηρέτηση του πρόσθετου χρέους για τη διάσωση της κυρίας κατοικίας.  Με βάση λοιπόν τη ρύθμιση του αρθρ. 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη, μετά τις καταβολές της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 του ιδίου νόμου, υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση, επιβάλλοντας του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον, όμως, τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80%, θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας  υπόψη και τη διάρκεια της σύμβασης δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε η πίστωση στον οφειλέτη, καθορίζει περίοδο τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης της οφειλής, η διάρκεια της οποίας δεν δύναται να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε δύναται να προσδιορίσει το δικαστήριο και μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει για τις καταβολές στο πλαίσιο του άρθρου 8 παρ.2, ο νόμος, στην περίπτωση εξαίρεσης της κύριας κατοικίας, δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών. Γενικά κριτήρια είναι η ηλικία του οφειλέτη, η παρούσα οικονομική του κατάσταση και η προοπτική βελτίωσης της, χωρίς να τυγχάνει, στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.5 του νόμου, κατά την οποία υπάρχει δυνατότητα ορισμού και μηδενικών καταβολών. Ο οφειλέτης, προκειμένου να διασώσει την κύρια κατοικία του, είναι αναγκασμένος να καταβάλει στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, τις δόσεις που θα ορίσει το Δικαστήριο, έστω και αν έχει ελάχιστα εισοδήματα που μόλις επαρκούν για τη διαβίωση του. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ανωτέρω νόμου, να ορίσει κάποια περίοδο χάριτος, κάποια, δηλαδή, χρονική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να καταβάλει κανένα ποσό στο πλαίσιο της παραπάνω διάταξης. Για τη χορήγηση της περιόδου χάριτος δεν απαιτείται αίτημα του οφειλέτη, η διάρκεια της, δε, δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά επαφίεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι η αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας φυσικού προσώπου, 2) της κατάσταση της περιουσίας της, 3) της κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεών της κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου  διευθέτησης των οφειλών της και 5) αιτήματος ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή της (Αθ. Κρητικός έκδοση 2010 ερμ. Ν.3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμ. 64 Ανάτυπο σελ. 1477), παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτή αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτήσεως δεν χρειάζεται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του το οποίο και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά στοιχεία, τα διδάγματα της κοινής πείρας ενόψει και του γεγονότος ότι  ο Ν.  3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ενδεικτικά ΕιρΚαλύμνου 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του αιτούντα και τις συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και θα εξεταστούν στην οικία θέση.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίστηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία  Τράπεζα Πειραιώς, η οποία δυνάμει της από 26-03-2013 συμβάσεως και του διατάγματος της Κυπριακής δημοκρατίας και της υπ΄αρθ. 66/2013  αποφάσεως της Τράπεζας της Ελλάδος, κατέστη ειδική διάδοχος της έννομης σχέσης της δεύτερης μετέχουσας πιστώτριας, όπως αυτό προκύπτει και από την προσκομιζόμενη με αριθμό βεβαίωση της Τράπεζας, που έχει εκδοθεί από το αρχείο της και άσκησε κύρια παρέμβαση υπέρ της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «CYPROUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD» που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου (Λεωφόρος Λεμεσού 154) και έχει εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα [με την εμπορική επωνυμία (trading name)/ διακριτικό τίτλο «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ» και «MARFIN EGNATIA BANK» με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης την οδό Μητροπόλεως 20 και Κομνηνών στη Θεσσαλονίκη και διεύθυνση αλληλογραφίας τη Λεωφόρο Κηφισίας αρ. 24. Μαρούσι], ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» [όπως αυτή είχε προκύψει από τη συγχώνευση των ανωνύμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ καιMARFIN BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, με απορρόφηση της δεύτερης και τρίτης εταιρίας από την πρώτη και τροποποίηση των άρθρων 1,6 και 7 παρ. 1 του κατασταικού της πρώτης εξ΄αυτών, μετονομάσθηκε  σε MARFIN EGNATIA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, ΦΕΚ 6753/02-07-2007 ΤΑΕ και ΕΠΕ, κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης δια απορροφήσεως της MARFIN EGNATIA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, από τηMARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2005/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλιου και του Συμβουλίου της 26-10-2005, ως αυτή ενσωματώθηκε στο Κυπριακό δίκαιο και στον Περί Εταιριών Νόμο κεφ. 113 με τον Περί Εταιριών (τροποποιητικό νόμο) του 2007 (αρ. 4) και στο Ελληνικό δίκαιο (Ν. 3777/2009), με έναρξη ισχύος διασυνοριακής συγχώνευσης της 31-03-2011 και ώρα 12.00μμ (01-04-2011) δυνάμει του από 15-12-2010 Διατάγματος (Απόφασης) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Κύπρου), το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως, αφενός στο Τμήμα Εφόρου Εταιριών και Επισήμου Παραλήπτη του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κύριο Μέρος, Τμήμα β΄, αριθμός φύλλου 4467/07-01-2011, με αριθμό 23 και αφετέρου στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Διεύθυνσης ΑΕ και Πίστεως του Υπουργείου Οικονομίας ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (30-03-2011) (ΦΕΚ 1638/01-04-2011 και 1652/01-04-2011 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), η οποία αλλαγή ονόματος (επωνυμία) καταχωρήθηκε την 05-04-2012 στα αρχεία του Εφόρου εταιριών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως η απορροφούσα και καθολική διάδοχος νομίμως εκπροσωπούμενης. Η εν λόγω παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠτΚ, που πρέπει να εφαρμοσθεί κατ’ άρθρο 15 του Ν. 3869/2010, κατά παράκαμψη της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 752 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Π. Αρβανιτάκης, Η Εκούσια Δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, Γ, Ευστρατιάδης : «Ν.3869/2010 Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», σελ. 7, σε σεμινάριο επιμορφώσεως Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή δικαστικών Λειτουργών) με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου   δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 79 και 741 ΚΠολΔ, καθόσον είναι πρόδηλο το επικαλούμενο έννομο συμφέρον της κυρίως παρεμβαίνουσας, λόγω του ότι οι επίδικες απαιτήσεις της δεύτερης μετέχουσας, περιήλθαν ήδη στην κυρίως παρεμβαίνουσα ως καθολικής διαδόχου. Κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’  ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την υπό κρίση αίτηση, διότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, κατ’  άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην εκούσια δικαιοδοσία κατά το άρθρο 741 του ιδίου Κώδικα, από το παρόν αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο Δικαστήριο, λόγω της προδήλου με την κρινομένη αίτηση συνάφειας (άρθρο 31 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αίτησή της η αιτούσα επικαλούμενη ότι έχει έλλειψη πτωχευτικής ικανότητος εκθέτει ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημά της, έχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητεί, α) να γίνει δεκτή η αίτησή της για τη ρύθμιση των οφειλών της, β) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή να τροποποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 7 του Ν.3869/10, με τη συγκατάθεση όλων των πιστωτών ώστε να αποκτήσει το σχέδιο ισχύ δικαστικού συμβιβασμού γ) και επικουρικά  σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, με μηδενική υποχρέωση καταβολής στους πιστωτές της, δ) να εξαιρεθεί από την εκποίηση ένα ακίνητο που βρίσκεται στην Κυριακή Σουφλίου Ν. Έβρου και ειδικότερα μιας μονοκατοικίας ισογείου ορόφου, έτους κατασκευής 1951, 70,00τμ, επί του οποίου έχει την  κυριότητα σε ποσοστό 67%, με τη ρύθμιση για την καταβολή δόσεων, μέχρι συνολικού ποσού που ανέρχεται στο 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ε)να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης των οφειλών του θα απαλλαχθεί από τα χρέη της προς τους πιστωτές της, με την επιφύλαξη αυτών που ρυθμίστηκαν για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, στ) να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπο εισάγεται να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, (περίοδος 1η, άρθ.3 Ν του 3869/2010), κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθ. 1 περ.β του ΚΠολΔ σε συνδ με περίοδο 2η, άρθ. 3 του Ν.3869/2010 και αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ). Ακόμη, η υπό κρίση αγωγή δεν προσκρούει στην αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας (άρθρο 222 ΚποΔ), η ύπαρξη της οποίας ως αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης διεξαγωγής της δίκης ερευνάται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως πριν από την εξέταση της νομικής και της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής (ΜονΠρωτΡοδοπ 26/2008 Αρμ 2009.1074, βλ. και Νίκα, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 74, αρ. 2-3) που έχει ανοιγεί με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 71/2012 αίτηση που άσκησε η εδώ αιτούσα κατά των εδώ καθ’ ων η αίτηση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σουφλίου, το οποίο ήδη από 01-01-2013 συγχωνεύθηκε με το Ειρηνοδικείο  Αλεξανδρούπολης, σύμφωνα με το πδ 110/2012 «Συγχώνευση ανενεργών ή υπολειτουργούντων Ειρηνοδικείων της χώρας», ΦΕΚ 193/Α/10-10-2012, καθώς η αιτούσα παραιτήθηκε κατά  τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ., από την αίτηση αυτή, παραίτηση, που έχει αναδρομική ισχύ ως προς τα αποτελέσματα της κατάθεσής της. Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, οι απαιτήσεις πιστωτών, που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης (άρθρο 4 του νόμου) και με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους. Επέρχεται συνεπώς παύση τοκοφορίας των ανέγγυων πιστώσεων, για την επέλευση της οποίας τίθεται ως προϋπόθεση κοινοποίηση της αίτησης του άρθρου 4 του Ν 3869/2010 του οφειλέτη προς τον πιστωτή, με την οποία αίτηση διώκεται από τον οφειλέτη η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Στις περιπτώσεις παραίτησης από προηγούμενη ασκηθείσα αίτηση, δεν μπορεί να θεωρεί ότι η παραίτηση από την πρώτη αυτή αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν 3869/2011, ανατρέπει τις ουσιαστικού δικαίου συνέπειες, που δημιουργήθηκαν με την κατάθεση και την κοινοποίηση της πρώτης αίτησης για ρύθμιση και συνεπώς επέρχεται αναβίωση της τοκοφορίας των ανέγγυων πιστώσεων, εφόσον επακολούθησε εντός εξαμήνου κατάθεση της νέας αίτησης για ρύθμιση της ίδιας οφειλής μεταξύ των αυτών διαδίκων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, που προβλέπουν ότι η παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που συνεπάγεται ανάκληση της συγκεκριμένης αξίωσης, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων, που επήλθαν με την άσκηση αυτής ως διαδικαστικής πράξης, ενώ οι έννομες συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου, που συνδέονται με την έγερση της αγωγής διατηρούνται (ΑΠ Ολ 13/1994, ΝΟΜΟΣ, ΕλλΔνη 1994,1259, ΑΠ 1584/2011, ΕπισκΕΔ 2012,106). Πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει και κοινοποίηση της πρώτης αίτησης (η αιτούσα δεν προσκομίζει εκθέσεις επίδοσης της πρώτης αίτησης προς τους καθ’ ων πιστωτές), ώστε να ισχύσουν και στην ένδικη περίπτωση τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα περί  παύσης τοκοφορίας των ανέγγυων πιστώσεων, ακόμη και στην περίπτωση που προηγήθηκε άσκηση προηγούμενης αίτησης, από την οποία ο αιτών παραιτήθηκε. Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη, απορριπτομένων των σχετικών ενστάσεων των μετεχουσών πιστωτών και της κυρίως παρεμβαίνουσας και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος α) να επικυρωθεί ή τροποποιηθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ` άρθ. 7 του Ν. 3869/2010 το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ` άρθ. 7 του Ν.3869/2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ.1 του Ν.3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση (Ειρ Κορίνθου 89/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαχθεί από τα χρέη της, το οποίο είναι απαράδεκτο, αφού η αιτούμενη αναγνώριση δεν αποτελεί υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας κατ`άρθ. 739 του ΚΠολΔ ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία. Πάντως το αίτημα να απαλλαχθεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης (και όχι η αιτουμένη αναγνώριση) από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ` άρθ.11 παρ.1 του Ν 3869/2010 συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ.4 παρ.1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην παρ.3 του άρθ.11 του Ν 3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών». Ως προς το αίτημα της αιτούσας περί της εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της με την καταβολή δόσεων, μέχρι συνολικού ποσού που ανέρχεται στο 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, επισημαίνεται οτι οι τροποποιήσεις του Ν. 4161/2013, πλην όσων ορίζονται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 19 Ν. 4161/2013, ισχύουν κατά το άρθρο 24 Ν. 4161/2013 άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις. Συνεπώς, ως προς το ύψος αποπληρωμής και τη διάρκεια καταβολών, ισχύουν οι νέες ρυθμίσεις του άρθρου 9 παρ. 2 περί εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας από 14-06-2013 και για τις αιτήσεις που εκκρεμούσαν πριν την τροποποίηση του Ν. 3869/2010 (ήτοι αποπληρωμή που ορίζεται πλέον στο 80% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, σε βάθος χρόνου εικοσαετίας, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις, δύναται αυτή να οριστεί έως και σε βάθος τριακονταπενταετίας).  Περαιτέρω για το  παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε η επιβαλλόμενη προδικασία των αρθ. 2, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 και προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα έγγραφα, κατά τα οριζόμενα στην παρ.2 , του αρθ. 4 του Ν.3869/2010, ειδικότερα 1) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 παρ 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, σύμφωνα με την από 25-09-2012 βεβαίωση της διαμεσολαβούσης δικηγόρου Καβάλας Ελλάδας Τρικίδου, η οποία εμπρόθεσμα κατατέθηκε (άρθ. 4 παρ.2, περ.α του Ν.3869/2010) στην γραμματεία του Δικαστηρίου, 2)  η ένδικη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού μετά την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σε αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν. 3869/20102),  3) εμπρόθεσμα, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου  (18-10-2012) η υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας (αρθ. 4 παρ. 2, περ.β του Ν.3869/2010), αφενός για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας, των εισοδημάτων της, των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 4) απέτυχε ο κατ` άρθ, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (βλ. έγγραφες παρατηρήσεις – αντιρρήσεις των καθ΄ών), 5) Επίσης δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 ιδίου ως άνω νόμου (βλ. σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών υπ’ αριθμ. Πρωτ.  1097γ/07-11-2013). Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5,6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της (βλ. επ΄ αυτού κατωτέρω). Επομένως πρέπει κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη  να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πιστωτών της αιτούσας που παραστάθηκαν στην δίκη,  αρνούνται την ένδικη αίτηση και προβάλλουν,τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά όσο και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατιθέμενες προτάσεις τους, εκτός από τους ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας και θα εξετασθούν εν συνεχεία,  τις ακόλουθες ενστάσεις :

Η πρώτη μετέχουσα «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» προβάλλει την ένσταση α)  καταχρηστικότητας, καθότι δεν αποδεικνύει για ποιο λόγο υπερδανείστηκε, ούτε αν υπήρξε βίαιη αλλαγή του συνθηκών που να επιδείνωσε την οικονομική της κατάσταση και να την οδήγησε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της. Η ένσταση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401, ΕφΘρ 221/2000, DIGESTA 2003,36). Κατά δε το μέρος που αφορά τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.

Η κυρίως παρεμβαίνουσα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ»προβάλλει την ένσταση α) της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός της ενιστάμενης τράπεζας, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και, ως εκ τούτου, ως νόμω αβάσιμος διότι, ακόμη και αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, συντρέχει συνυπαιτιότητα και του ιδίου του τραπεζικού ιδρύματος ως προς την χρηματοδότηση της αιτούσης καθώς αυτό, επιδεικνύοντας το ίδιο βαρεία αμέλεια, δεν εξακρίβωσε την τυχόν επιπρόσθετη δανειακή επιβάρυνση της τελευταίας σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα – μολονότι ήταν σε θέση και μπορούσε εύκολα με τη συνδρομή της υπάρχουσας τεχνολογίας (ηλεκτρονικά συστήματα βάσεων δεδομένων «.ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ», «ΔΙΑΣ», κ.λ.π. ) ( βλ. σχετικά μεταξύ πολλών τις ΕιρΑΘ 143/2011, ΕιρΑΘ 102/2011, ΕιρΑΘ 61/2011, ΕιρΧαλανδρ 4/2011, ΕιρΧαλανδρ 11/2011, ΕιρΘεσ 5182/2011 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 15/2011 ΕφΑΔ 2011.677, ΕιρΠατρών 89/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, 1, Βενιέρη – Θ. Κατσά Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα 2011 σελ. 69επ. ) – ενώ ουδόλως πρέπει να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία και σχεδόν επέβαλλε στους καταναλωτές την λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών (βλ. σχετικά όμοια κρίση στην ΕιρΚαλυμν 1/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ ). Για τους ανωτέρω λόγους άλλωστε, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν στον λεγόμενο «…υπεύθυνο δανεισμό…», ο οποίος έχει πλέον θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΛ Ζ1-699/ΦΕΚ Β` 917/2010 «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την Κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ. L 133 της 22.5.2008» των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. σχετικά Λειβαδά Το νέο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη 2008, Περάκη Η αρχή του υπεύθυνου δανεισμού και η πρόσφατη κοινοτική Οδηγία για την καταναλωτική πίστη σε ΧρηΔικ 2009.352επ., Τασίκα Εκφάνσεις της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού στην καταναλωτική πίστη., η παροχή επαρκών εξηγήσεων στον καταναλωτή και η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας σε ΕπισκΕΔ 2011.337επ., Πελλένη Παπαγεωργίου Η νέα Οδηγία 2008/48/ΕΚ για τις καταναλωτικές συμβάσεις σε ΝοΒ 2010.275επ.), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και κατά κοινοτική πλέον επιταγή, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και ως εκ τούτου υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του. Αν επομένως δεν το πράξουν αυτό, τότε, όχι μόνο δεν δύνανται να αρνηθούν την υπαγωγή του ανωτέρω οφειλέτη τους στην εφαρμογή του ν.3869/2010 (όπως δηλαδή νομικά αβάσιμα στην προκείμενη περίπτωση επιχειρεί η τέταρτη των καθ` ων τη αίτηση προβάλλοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό ), αλλά αντίθετα, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω ΚΥΑ, ο τελευταίος, (οφειλέτης ) απαλλάσσεται από το κόστος της χορηγηθείσας πίστωσης περιλαμβανομένων των τόκων και έχει την υποχρέωση να καταβάλει μόνο το ποσό του κεφαλαίου σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στη σύμβαση πίστωσης δόσεις ( βλ. Ι. Βενιέρη – Θ. Κατσά ό.π. σελ. 73 και άρθρο 8 παρ.-3 της ανωτέρω ΚΥΑ). Συνεπώς σε τέτοιες περιπτώσεις και όταν πρόκειται για τραπεζικά ιδρύματα, αναγνωρίζεται πλέον ένα είδος συνευθύνης και συνυπαιτιότητας των δανειστών καθόσον δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές (βλ. σχετικά ΕιρΘηβών 2/2011 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Δολιότητα, επομένως, θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά και μόνο τις ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΝοΒ 2012.563, ΕιρΜουδ 2/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλμωπ 60/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΝΟΜΟΣ ), πραγματικά γεγονότα όμως που ουδόλως προβάλλονται από την ενιστάμενη των καθ` ων η κρινόμενη αίτηση στην προκείμενη περίπτωση. Επιπλέον τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με την υποχρέωση περί «…υπεύθυνου δανεισμού…» που θεσμοθετήθηκε πλέον νομοθετικά και στη χώρα μας με το άρθρο 8 της αμέσως ανωτέρω αναφερόμενης ΚΥΑ ( Ζ1-699/ΦΕΚ B 917/2010 ), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνη δανεισμό των οφειλετών τους και, ως εκ τούτου, υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του, αν δε διαπιστώσουν ότι αυτό δεν συμβαίνει, θα πρέπει να απέχουν από το δανεισμό ακόμη και σε βάρος των οικονομικών τους συμφερόντων (να μην καταρτίσουν τη σύμβαση ) εφόσον αυτό προβλέπεται πλέον από το νόμο και η συμπεριφορά αυτή συμβάλει στην παγίωση της ασφάλειας στις συναλλαγές ( μη επισφάλεια των χορηγούμενων πιστώσεων ) και στην προστασία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών που προσφεύγουν στον συνεχή τραπεζικό δανεισμό προφανώς για να αντιμετωπίσουν επείγουσες και ανεπίδεκτες αναβολής οικονομικές τους ανάγκες χωρίς την απαραίτητη προς τούτο προηγούμενη και νηφάλια ώριμη σκέψη ως προς τις μελλοντικές αρνητικές επιπτώσεις, ήτοι σε πλήρη αντίθεση με τα αντισυμβαλλόμενα αυτών πιστωτικά ιδρύματα,  β) καταχρηστικότητας, διότι η αιτούσα καίτοι επιθυμεί την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, εντούτοις δεν περιορίζει σημαντικά το κόστος διαβίωσής της και επομένως δεν είναι καλόπιστη οφειλέτρια. Η ένσταση αυτή τυγχάνει απορριπτέα, διότι με το  ν.  3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα της ρύθμισης – για το φυσικό πρόσωπο – των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά και βρίσκει τη νομιμοποίηση της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία -χωρίς διέξοδο και προοπτική – κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι ίδιοι οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν – μέσω των εν λόγω διαδικασιών- την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.    Δηλαδή στόχος των διατάξεων του ν.3869/2010 είναι να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στον υπερχρεωμένο οφειλέτη να επανενταχθεί στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Επιπλέον, οι δόσεις αποπληρωμής των δανείων του αιτούντα να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του παρόντος νόμου, αποφασίζονται από το Δικαστήριο,  με βάση τα σχετικά στοιχεία και τα διδάγματα της κοινής πείρας για τις συνθήκες και τις ανάγκες διαβίωσης του αιτούντα, χωρίς αυτό να δεσμεύεται από την πρόταση του αιτούντα.

               Το τρίτο μετέχον «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» προβάλλει την ένσταση α) απαραδέκτου λόγω ελλιπούς περιεχομένου της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 4 παρ. 2 περ. β΄, καθότι στη με ημερομηνία 20-06-2012 υπεύθυνη δήλωση, δεν αναφέρεται ότι η ακρίβεια του περιεχομένου των όσων αναφέρονται σε αυτήν αφορά την υπό κρίση αίτηση και τον αριθμό κατάθεσης αυτή. Η εν λόγω ένσταση κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον  ως προς την πληρότητα της υπεύθυνης δήλωσης, αρκεί αυτή να αναφέρει ότι όσα εμπεριέχονται στο δικόγραφο της αίτησης είναι ακριβή και αληθή και δεν απαιτείται η επανάληψη του περιεχομένου τμημάτων της αίτησης και των καταστάσεων που αυτή εμπεριέχει (Ι. Βενιέρης-Θ. Κατσάς, εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα πρόσωπα 2η έκδοση, σελ. 235). Περαιτέρω, εάν ο αιτών δεν έχει προβεί σε μεταβιβάσεις περιουσιακών του στοιχείων, δεν απαιτείται να το αναφέρει αυτό ρητά στην υπεύθυνη δήλωση, καθότι η σιωπή λαμβάνεται ως άρνηση των  μεταβιβάσεων. Ούτε εξάλλου η μη αναγραφή στην υπεύθυνη δήλωση του αριθμού κατάθεσης της αίτησης δεν την καθιστά απαράδεκτη. Ο δικαστής, στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος αλλά και βάσει των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος αυτεπαγγέλτως (άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3869/2010) εξετάζει αν έχει κατατεθεί άλλη αίτηση, κάτι που προκύπτει από το Γενικό Αρχείο που τηρείται στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Συνεπώς, είναι σε θέση να γνωρίζει ο δικαστής, αν έχει κατατεθεί άλλη αίτηση από τον ίδιο οφειλέτη και εξ αυτού να γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη δήλωση του οφειλέτη γίνεται για την επίδικη αίτηση (Βενιέρης σελ. 236). Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που δεν αναγραφόταν τα ανωτέρω στοιχεία, εάν ο νομοθέτης ήθελε προσδώσει στην έλλειψη της συγκεκριμένης τυπικής προϋπόθεσης το απαράδεκτο είτε της αιτήσεως είτε της συζητήσεως αυτής, θα το απήγγειλε ρητά, ορίζοντας δηλαδή ρητώς την ποινή του απαραδέκτου. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 159 ΚΠολΔ ακυρότητα για παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης υφίσταται καταρχήν σε περίπτωση που ο νόμος απαγγέλει ρητά αυτή καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία είναι δυνατόν να προκληθεί βλάβη στο διάδικο που την επικαλείται, κατά την κρίση του δικαστή. Ειδικά ως προς την απαγγελία της ακυρότητας γίνεται δεκτό ότι υφίσταται και στις περιπτώσεις που ο νόμος χρησιμοποιεί παρεμφερείς εκφράσεις που είναι νομικώς ταυτόσημες ή κατά περιεχόμενο ταυτόσημες, αντίστοιχες ή ισοδύναμες προς αυτή όπως π.χ. ότι η πράξη είναι ανίσχυρη ή απαγορεύεται ή δεν δύναται να γίνει ή απαγορεύεται ή δια να έχει κύρος η πράξη δεν ισχύει ή ισχύει μόνο ή είναι ανίσχυρες μόνον κ.ά. Από την έκφραση «πρέπει» και μόνη δεν πρέπει να συνάγεται ακυρότητα (Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 159, σελ. 941). Από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 3869/2010 δεν προκύπτει η απαγγελία ακυρότητας είτε με ρητή απαγγελία της είτε με οποιαδήποτε άλλη ισοδύναμη έκφραση κατά τα ανωτέρω, για οποιαδήποτε τυπική παράλειψη των διαδίκων. Περαιτέρω στην περίπτωση που ήθελε κριθεί από τον δικαστή η ακυρότητα λόγω παράβασης διαδικαστικής πράξης, ο διάδικος που την προτείνει οφείλει να αποδείξει βλάβη του εξαιτίας αυτής της παράβασης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα υφίσταντο καν βλάβη του καθ’ ου διότι η υπό κρίση αίτηση μετά της εκθέσεως κατάθεσης από την οποία και προκύπτει η  ημερομηνία και ο αριθμός κατάθεσης κοινοποιήθηκε στον τελευταίο οπότε και έλαβε γνώσει των ως άνω στοιχείων της αιτήσεως, γ)καταχρηστικότητας, διότι δεν αναφέρει τι μετέβαλε την κατάσταση της αιτούσας, ώστε αυτή να περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών της. Για την ένσταση αυτή βλέπε τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της πρώτης ένστασης της πρώτης μετέχουσας Τράπεζας.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της αιτούσας, η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και της οποίας η κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν  και επικαλούνται οι αιτούντες,  καθώς και οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Β, Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρ. 759 αριθ, 5, Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129) από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την έπ` ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Η αιτούσα  διάγει το 41 έτος της ηλικίας της, είναι νοσηλεύτρια, διαζευγμένη και δεν έχει τέκνα. Αντιμετωπίζει επιπλέον σημαντικά προβλήματα υγείας, είναι καρκινοπαθής με ποσοστό αναπηρίας 82% και έχει υποβληθεί σε αμφοτερόπλευρη μαστεκτομή και σαλπιγγοωοθηκεκτομή (βλ. προσκομιζόμενη ιατρική γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Διδυμοτείχου). Η αιτούσα είχε εισόδημα το έτος 2010: 19.395,72 ευρώ, το έτος 2011: 15.608,23 ευρώ, το έτος  2012: 15.922,41 ευρώ και  το έτος 2013: 13.351,58 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος).  Επομένως προκύπτει ότι το  δυσχερές οικονομικοό κλίμα στην Ελλάδα με την εφαρμογή των δύο μνημονιακών προγραμμάτων για τη στήριξη της Ελληνικής Οικονομίας, είχε ως αποτέλεσμα μειώσεις στο μισθό της. Σήμερα οι αποδοχές της (όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε το εισόδημά της με τις προτάσεις, βλ. μείζονα σκέψη) ανέρχονται πλέον στο ποσό των 873,64 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας Οκτωβρίου 2013). Εντούτοις,  όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σχετικό φύλλο μισθοδοσίας, από τον μισθό της αιτούσας παρακρατείται το ποσό των 177,67 ευρώ υπέρ του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, την οφειλή προς το οποίο έχει ήδη υποβάλει η τελευταία με την παρούσα αίτησή της στο σχέδιο ρύθμισης, ενώ από την επισκόπηση του φύλλου μισθοδοσίας, δεν προκύπτει παρακράτηση από το μισθό της υπέρ δανειακής υποχρέωσης αναληφθείσας από το ΤΕΑΔΥ, απορριπτομένου του σχετικού του τρίτου των καθ΄ών. Κατ’ ακολουθία λοιπόν των ανωτέρω παρακρατούμενο υπέρ του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ποσό,  πρέπει να συμπεριληφθεί στο διαθέσιμο εισόδημα της αιτούσας για την ικανοποίηση όλων των αναφερομένων στην αίτησή της πιστωτών της, ανερχόμενο κατ’ επέκταση στο ποσό των  1.051,31 ευρώ (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαλ 1/2012 και ΕιρΘες 1913/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, οι μεικτές αποδοχές της αιτούσας  κατά τον μήνα Οκτώβριο 2013  ανήλθαν στο συνολικό ύψος των  1.541,28 ευρώ.  Οι συνολικές κρατήσεις από το μισθό της αιτούσας ανήλθαν για τον ίδιο ως άνω μήνα στο ποσό των 667,64 ευρώ (489,97 ευρώ που αφορά τις κρατήσεις επί των τακτικών  αποδοχών +  177,67 ευρώ που αφορά σε μη μισθοδοτικές κρατήσεις = 667,64 ευρώ). Στις μη μισθοδοτικές κρατήσεις  περιλαμβάνονται το ποσό των 177,67 ευρώ που παρακρατείται κάθε μήνα ως δόση για εξυπηρέτηση δανείου, που έλαβε η αιτούσα από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Από το ίδιο ως άνω σημείωμα προκύπτει ότι οι καθαρές αποδοχές της αιτούσας για τον εν λόγω μήνα ανήλθαν στο ποσό των 1.051,31 ευρώ (1.541,28 ευρώ {μεικτές αποδοχές} – 489,97 ευρώ {μισθολογικές κρατήσεις} = 1.051,31 ευρώ. Μέχρι πρότινος, η αιτούσα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές της, καθώς το μηνιαίο εισόδημά της ήταν υψηλό. (βλ. αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2010 και κατάθεση  μάρτυρα). Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι  η αιτούσα αντιμετωπίζει  σοβαρό πρόβλημα υγείας  και συνεπώς εκτός από τις μηνιαίες  δαπάνες γιαδιατροφή, ένδυση, θέρμανση, καταβολή λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας απαιτούνται αυξημένες δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, για συχνές  και εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις, το κόστος των οποίων δεν καλύπτεται πάντοτε από τον ασφαλιστικό της φορέα (βλ. κατάθεση μάρτυρα) καθώς και για βελτιωμένη διατροφή της, το μηνιαίο κόστος διαβίωσής της, ανέρχεται στο ποσό των 800 ευρώ. Επισημαίνεται ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή  δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσής της αιτούσας (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ.,  existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή της αιτούσας στην οικονομική και κοινωνική ζωή δια της υπαγωγής της στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς της στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση της οφειλέτριας. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από ο νόμο χρονικό διάστημα των  τριών έως πέντε ετών. Σημειώνεται παράλληλα  ότι  η ΕΛΣΤΑΤ έχει ορίσει ως κατώτατο ετήσιο όριο διαβίωσης (όριο φτώχειας) και συνεπώς ελάχιστο ετήσιο όριο κάλυψης των δαπανών, το ποσό των 5.951 ευρώ/άτομο ή 12.497 ευρώ για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά έως 13 ετών, ενώ σε μεταγενέστερο έτος το ποσό αυτό προσδιορίστηκε σε 7.178 ευρώ/άτομο (Βενιέρης, Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2η έκδοση σελ. 367)

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως (γεγονός που δεν αμφισβητούν οι καθ΄ων με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας τους κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261 ΚΠλΔ) η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης εξαιρουμένων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Συγκεκριμένα η αιτούσα οφείλει το συνολικό ποσό των  33.660,74 ευρώ. Ειδικότερα οφείλει (όλα τα προαναφερόμενα ποσά προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις γνωστοποιήσεως των οφειλών της αιτούσας από τις Τράπεζες):

1) προς την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»:α) από τη με αριθμό 4917910009682430 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 3.003,07 ευρώ σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, β) από τη με αριθμό 21151809023 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 4.130,02 ευρώ

2) προς τη «MARFIN EGNATIA BANK AE»: από τη με αριθμό MG 1014100051 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 19.301,89 ευρώ

3) προς τα «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ»: από τη με αριθμό 3164-915-0 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 6.566,76 ευρώ

4) προς την «CITIBANK INTERNATIONAL plc»: από τη με αριθμό 36131011344436 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το συνολικό ποσό των 659,00 ευρώ

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη.   Στην προκειμένη περίπτωση, τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η αιτούσα, όπως αυτή περιγράφεται ως άνω (μείωση των εισοδημάτων της και σοβαρά προβλήματα υγείας της), την οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς τους καθ’ ων, κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων αφενός μεν τα εισοδήματά της ήταν υψηλότερα (βλ. την κατάθεση της μάρτυρος, η οποία επιβεβαίωσε την τότε οικονομική δυνατότητα της αιτούσας να λάβει και να εξυπηρετεί τα δάνειά της, καθώς και τις σταδιακές μειώσεις όπως προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των τελευταίων ετών, και τις αναλύσεις αποδοχών της αιτούσας), ενώ στη συνέχεια, λόγω της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, καθώς και των σοβαρών προβλημάτων υγείας της, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών της, το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας  προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους. Η δε αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Σε κάθε δε περίπτωση  η επιδίωξη για ρύθμιση των χρεών της αιτούσας, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος τους αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά αντιθέτως κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα αλλά σύμφωνα και με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010 (βλ σχετικά αιτιολογική έκθεση) και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου, απορριπτόμενης κατ’ επέκταση της σχετικής ενστάσεως περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των καθ’ ων η αίτηση. Άλλωστε,  η καταφυγή στον δανεισμό για να αντιμετωπίσει η αιτούσα την έλλειψη ρευστότητος, ήταν μια λανθασμένη, πλην όμως συνήθης επιλογή κατά το διάστημα που κατέφυγε αυτή στον δανεισμό, η οποία καλλιεργήθηκε στους πολίτες από τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και δεν ρυθμίσθηκε ως έπρεπε από την πολιτεία, ως τούτο προκύπτει από την γενική πείρα αλλά και από τις παραδοχές της αιτιολογικής εκθέσεως του Ν.3869/2010 «Η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσµών συµβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόµενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόµενες καταστροφικές συνέπειές της» (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβ 213/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται και ειδικότερα ότι η αιτούσα, η οποία έχει πτωχευτική ικανότητα, έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της. Το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθ. 8 επ. του Ν.3869/2010 ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.

Περαιτέρω, η αιτούσα διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) ένα ακίνητο που βρίσκεται στην Κυριακή Σουφλίου Ν. Έβρου και ειδικότερα μια μονοκατοικία ισογείου ορόφου, έτους κατασκευής 1951, 70,00τμ, επί του οποίου έχει την  κυριότητα σε ποσοστό 67% (βλ. προσκομιζόμενα υπ’ αρ. 5353,5355/26-07-2007 συμβόλαια αποδοχής κληρονομιάς και δωρεάς αντίστοιχα της συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Μαρίας Τσερκέζη) και στο οποίο διαμένει χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία της. Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 36.634,10 ευρώ (ΕΤΑΚ 2009, ΦΑΠ 2010). Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, για απόκτηση α’ κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 Ν. 3842/2010 και κωδικοποιήθηκε με το Ν. 4141/2013 για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Την εξαίρεση της εκποίησης του ανωτέρω ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της, ζητά η αιτούσα, η οποία μετά την υποβολή αιτήματος είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, το οποίο  δεν δύναται να προβεί σε έλεγχο σκοπιμότητας ή σε στάθμιση των συμφερόντων πιστωτών και οφειλέτη. Μάλιστα, ούτε η ένσταση καταχρηστικότητας άσκησης του δικαιώματος του οφειλέτη μπορεί να γίνει δεκτή. Εφόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 1 και υπό το πρίσμα της αποπληρωμής μέχρι 80% της αξίας του ακινήτου, οι πιστωτές δεν δύνανται να επικαλεστούν ούτε αντίθεση στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ούτε και δυσχέρανση της οικονομικής και νομικής τους θέσης. Η πηγή κάλυψης των πληρωμών δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο (Βενιέρης οπ.π. σελ. 475), καθώς προβλέπεται η υποχρέωση του οφειλέτη για πληρωμές στο ποσοστό που ο νόμος ορίζει, ακόμα και αν δεν έχει εισοδήματα ή εάν τρίτοι θα παράσχουν τα ποσά πληρωμών (πχ οικονομική ενίσχυση από γονείς ή αδέλφια).  Επισημαίνεται δε ότι στην απαλλαγή από την εκποίηση εμπίπτει όχι μόνο το πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της κύριας κατοικίας, αλλά και ιδανικό μερίδιο επ’ αυτής, περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω (Βενιέρης/Κατσάς Εφαρμογή Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, β΄ έκδοση σελ.461), 2) ένα αυτοκίνητο μάρκας Seat Marbella, με ημερομηνία κυκλοφορίας το έτος 1994, 900κ.εκ. εμπορικής αξίας 1.000 ευρώ το οποίο χρησιμοποιεί για τις καθημερινές μετακινήσεις της  προς την εργασία της, καθότι διαμένει σε χωριό και η εργασία της απέχει περί τα 20χλμ, τα οποία διανύει καθημερινά με το αυτοκίνητό της (βλ. κατάθεση μάρτυρα). Το αυτοκίνητο αυτό,  με βάση την κοινή πείρα  δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον,  αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των  πιστωτριών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.), γι` αυτό κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ` άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίηση του. Τέλος η αιτούσα δεν έχει καταθέσεις σε τράπεζες, ούτε μετοχές, μερίσματα, ομόλογα ή άλλα κινητά πράγματα αξίας.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Θα πρέπει, δηλαδή, να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές επί τετραετία και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία  της αιτούσας.

            Η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απ’ ευθείας στους πιο πάνω πιστωτές της από το  μηνιαίο της εισόδημα επί τετραετία (48 μήνες) που θα αρχίζει αμέσως από την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης, από τις οποίες οι πιστωτές της θα ικανοποιηθούν συμμέτρως (αρ. 8 παρ. 3 του Ν. 3869/2010). Το συνολικό προς διάθεση από την αιτούσα προς τους πιστωτές της ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών αναγκών της, των οξυμμένων προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και της μη διαφαινόμενης βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής της κατάστασης, ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται στις οικονομικές της δυνατότητες, και το οποίο θα καταβάλλεται το πρώτο πενταήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση από τις  πιστώτριες τράπεζες της παρούσας απόφασης. Επισημαίνεται ότι δεν απαιτείται κατά την κρίση του δικαστηρίου ορισμός μηδενικών καταβολών, ως αυτή αιτείται, καθώς η δόση που ορίζει το δικαστήριο ως καταβλητέα, κρίνεται σύμφωνα με τα ως άνω διαλαμβανόμενα εφικτή.

Η κάθε μηνιαία δόση για την αιτούσα ορίζεται  ως ακολούθως (επισημαίνεται ότι το καταβλητέο από την αιτούσα ποσό προς κάθε πιστωτή προκύπτει από το κλάσμα με αριθμητή το ποσό της καταβλητέας μηνιαίας δόσης που του αναλογεί πολλαπλασιαζόμενο με το ύψος της απαίτησης κάθε πιστωτή και παρονομαστή το ποσό του συνόλου των οφειλών της) :

1)προς την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» για την πρώτη οφειλή το ποσό των 17,84 ευρώ και για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 24,54 ευρώ

2)προς τη «MARFIN EGNATIA BANK AE» το ποσό των 114,68 ευρώ

3)προς τα «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» το ποσό των 39,02 ευρώ

4)προς την «CITIBANK INTERNATIONAL plc» το ποσό των 3,92 ευρώ

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τετραετίας και εκ του συνόλου της οφειλής που ανέρχεται στο ποσό των 33.660,74 ευρώ, η αιτούσα θα έχει καταβάλει το ποσό των 9.600 ευρώ και το υπόλοιπο της οφειλής της θα ανέρχεται στο ποσό των 24.060,74 ευρώ. Ειδικότερα, κάθε πιστώτρια της αιτούσας θα έχει λάβει τα εξής ποσά (επισημαίνεται oτι το καταβληθέν από την αιτούσα ποσό προς κάθε πιστωτή προκύπτει από την ορισθείσα από το δικαστήριο μηνιαία δόση καταβολής, πολλαπλασιαζόμενη με το σύνολο των μηνών καταβολής, ήτοι 48)  :

1) «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»   για την πρώτη οφειλή το συνολικό ποσό των 856,47 ευρώ και για τη δεύτερη οφειλή το συνολικό ποσό των 1.177,88 υερώ

2)«MARFIN EGNATIA BANK AE» το συνολικό ποσό των 5.504,87 ευρώ

3) «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» το συνολικό ποσό των 1.872,83 ευρώ

4) «CITIBANK INTERNATIONAL plc» το συνολικό ποσό των 187,95 ευρώ

Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/10, εφόσον με τις καταβολές επί 4ετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών  της αιτούσας και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας της από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. σε Κρητικό ο.π. σελ. 148, αριθ. 16).  Η υποχρέωση της αιτούσας για καταβολή του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της προκειμένου να τη διασώσει, προκύπτει σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, η οποία εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, πλην όμως του επιβάλλει, προκειμένου να πετύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί τετραετία του άρθρ. 8 παρ. 2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ’ αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων των παλαιών χρεών του. Με βάση, λοιπόν, τη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 εφόσον μεν τα υπόλοιπα των χρεών της οφειλέτριας μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρ. 8 παρ. 2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς της πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών της αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον, δε, τα υπόλοιπα των χρεών της είναι μικρότερα του 80% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού (ΕιρΠατρών 3,4/2011 ΤΝΠΝομος).

Επισημαίνεται ότι με την τροποποίηση εκ του Ν. 4161/2013 ορίστηκε ως βάση αναφοράς η αντικειμενική αξία του ακινήτου και καταργήθηκε η εμπορική αξία. Ο νομοθετικός λόγος  για κάτι τέτοιο ήταν ότι είναι πιο εύκολο για το Δικαστήριο και τους διαδίκους να βασιστούν στην αντικειμενική και σε όλους γνωστή εκτίμηση της εφορίας για την αξία του ακινήτου. Το σημαντικό όμως πρόβλημα που δημιουργείται είναι ότι η αντικειμενική αξία δεν είναι ελαστική και δεν προσαρμόζεται ούτε στις ανάγκες της αγοράς, ούτε και στα πραγματικά περιστατικά και τις ιδιότητες του ακινήτου. Για το λόγο αυτό, η πραγματική αξία του ακινήτου δεν χάνει τη σημασία της ως συντελεστής που επηρεάζει τον υπολογισμό του ύψους αλλά και του χρόνου των δόσεων που θα καταβάλλει ο οφειλέτης. Η αντικειμενική αξία μπορεί να είναι υψηλότερη της πραγματικής, όχι τόσο μόνο λόγω συνθηκών της αγοράς και των κανόνων προσφοράς και ζήτησης όσο και λόγω των χαρακτηριστικών του ακινήτου. Τα παραπάνω πρέπει να συνδυαστούν με το εξαιρετικό ενδεχόμενο υπολογισμού των καταβολών σε ποσοστό, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας. Συνεπώς σε αρκετές περιπτώσεις η πραγματική/εμπορική αξία του ακινήτου μπορεί να επηρεάσει το τελικό ποσοστό επί της αντικειμενικής αξίας και συνεπώς το τελικό ύψος καταβολών.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα προβάλλει τον ισχυρισμό οτι η εμπορική αξία της κατοικίας της είναι σαφώς υποδεέστερη της αντικειμενικής, προσδιορίζοντας αυτήν στο ποσό των 7.757 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη έκθεση εκτίμησης του ακινήτου). Ωστόσο κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αντικειμενική αξία του ακινήτου, η  ανέρχεται στο ποσό των 36.634,10 ευρώ (ΕΤΑΚ 2009, ΦΑΠ 2010), δεν παρεκκλίνει ουσιωδώς από την εμπορική του αξία, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητας, της περιοχή στην οποία βρίσκεται και του εμβαδού του και  έτσι θα πρέπει να οριστεί μηνιαία καταβολή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 19.635,88 ευρώ (36.634,10 ευρώ X 67% ποσοστό κυριότητας = 24.544,85 ευρώ Χ 80%) καθόσον ο οφειλέτης που είναι κάτοχος εμπραγμάτου δικαιώματος σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου, θα καλύψει την αντίστοιχη αντικειμενική αξία του 80% αυτού του δικαιώματος. Το ποσό της μηνιαίας δόσης,  θα ορισθεί στο ποσό των 109,09 ευρώ ποσό κεφαλαίου (19.635,88 δια  180 μήνες). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής του με βάση το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (άρθρο 85 § 8 Ν. 3996/2011), θα ξεκινήσει  4  χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 15 έτη, λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω διάρκειας των δανείων, που έλαβε η αιτούσα, του συνόλου των χρεών, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της.

Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν σύμμετρα όλοι οι πιστωτές, καθώς δεν υπάρχουν εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι πιστωτές επί του υπέγγυου, ώστε αυτοί να ικανοποιηθούν προνομιακά επί του ακινήτου. Η σύμμετρη ικανοποίηση των καθ’ ων η αίτηση, θα γίνει μέχρι το ποσό των 19.635,88 ευρώ που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας, με μηνιαίες καταβολές επί δεκαπέντε (15) χρόνια, που θα αρχίσουν μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, δηλαδή αυτή της τετραετίας από τη δημοσίευση της απόφασης, ποσού κεφαλαίου 109,09 ευρώ το μήνα και επί 180 μήνες (15 χρόνια Χ 12 μήνες = 180 μήνες και 19.635,88 ευρώ : 180 μήνες = 109,09 ευρώ). Ειδικότερα θα καταβάλει κάθε μήνα εκ του συνόλου των 109,09 ευρώ : 1)προς την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» για την πρώτη οφειλή το ποσό των 9,74  ευρώ και για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 13,39 ευρώ

2)προς τη «MARFIN EGNATIA BANK AE» το ποσό των 62,56 ευρώ

3)προς τα «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» το ποσό των 21,29 ευρώ

4)προς την «CITIBANK INTERNATIONAL plc» το ποσό των 2,14 ευρώ

Το υπόλοιπο μέρος των απαιτήσεων των πιστωτών κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 4ετείς καταβολές, μετά την εξάντληση του ποσού των  19.635,88 ευρώ που αποτελεί το 80% της αξίας της κατοικίας με τη σύμμετρη ικανοποίηση όλων των πιστωτών, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, διότι δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν περαιτέρω οικονομικές επιβαρύνσεις στην αιτούσα. Εφόσον η αιτούσα ανταποκριθεί στις ως άνω υποχρεώσεις της, ήτοι αφού έχει καταβάλει τελικά έναντι του χρέους των   33.660,74 ευρώ το ποσό των 29.235,88  ευρώ (9.600 ευρώ = 4ετείς καταβολές  και 19.635,88 ευρώ = 80% για τη διάσωση πρώτης κατοικίας, επί του 67% ποσοστού κυριότητας του οποίου της αναλογεί), ως προς τις υπόλοιπες παραπάνω απαιτήσεις των πιστωτών,  κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν σύμφωνα με τα ως άνω από τις τετραετείς καταβολές και μετά την εξάντληση του ποσού των 19.635,88 ευρώ του 80% της αξίας της κατοικίας, δεν μπορεί να ικανοποιηθούν και απαλλάσσεται η αιτούσα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει  η αίτηση να γίνουν εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της  και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή οφειλές τη αιτούσας, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή των αιτούντων από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών τους, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που τους επιβάλλονται με την απόφαση αυτή, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας των αιτούντων και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποιήσεως της παρούσας ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010. Τέλος, παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται, γιατί η απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (σχ. άρθρ. 14 Ν. 3869/2010, Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 187-αρ. 5).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τη με αριθμό καταθέσεως 97/22-06-2012 αίτηση και την κύρια παρέμβαση.

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της τέταρτης καθ’ ης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την  αίτηση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την κύρια παρέμβαση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας.

ΟΡΙΖΕΙ μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της επί μία τετραετία, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενταημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της παρούσας απόφασης, συνολικού ποσού διακοσίων ευρώ (200,00) το μήνα, επιμεριζόμενο συμμετρικά ως εξής:

1)προς την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» για την πρώτη οφειλή το ποσό των 17,84 ευρώ και για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 24,54 ευρώ

2)προς τη «MARFIN EGNATIA BANK AE» το ποσό των 114,68 ευρώ

3)προς τα «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» το ποσό των 39,02 ευρώ

4)προς την «CITIBANK INTERNATIONAL plc» το ποσό των 3,92 ευρώ Μετά δε τις επί τετραετία ως άνω μηνιαίες καταβολές, απαλλάσσεται η αιτούσα για το υπόλοιπο των οφειλών της.

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι ένα ακίνητο που βρίσκεται στην Κυριακή Σουφλίου Ν. Έβρου και ειδικότερα μια μονοκατοικία ισογείου ορόφου, έτους κατασκευής 1951, 70,00τμ, επί του οποίου έχει την  κυριότητα σε ποσοστό 67%.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της παραπάνω κατοικίας της συμμέτρως προς όλες τις πιστώτριες εκ του συνόλου των 109,09 ευρώ που ορίζεται ως μηνιαία δόση: 1)προς την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» για την πρώτη οφειλή το ποσό των 9,74  ευρώ και για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 13,39 ευρώ

2)προς τη «MARFIN EGNATIA BANK AE» το ποσό των 62,56 ευρώ

3)προς τα «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» το ποσό των 21,29 ευρώ

4)προς την «CITIBANK INTERNATIONAL plc» το ποσό των 2,14 ευρώ

Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων, θα ξεκινήσει την πρώτη (1η) ημέρα του πρώτου (1ου) μήνα τέσσερα χρόνια (4) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα γίνεται εντός του πρώτου πενταημέρου εκάστου μηνός. Η αποπληρωμή ορίζεται σε διάστημα 15 ετών (180 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής του με βάση το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (άρθρο 85 § 8 Ν. 3996/2011).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2013 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                            Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 94/2014

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

           Εκουσία Δικαιοδοσία (Ν. 3869/2010, 4161/2013)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από την Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Ευαγγελία Κοντογεώργου, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και  το Γραμματέα  Δημήτριο Μερκούρη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ  δημόσια στο ακροατήριο του την 11η Φεβρουαρίου  2014,  για να δικάσει την  παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : Χ. Π., κατοίκου Φερών Ν. Έβρου, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Θεοδώρας Κεχαγιά (ΔΣ Ορεστιάδας), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφόρος Μεσογείων αρ. 10-1099 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αναστασίας Τζιοβάρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 2] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» με το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», η οποία εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση με καθολική διάδοχό του της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρθ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «MARFIN EGNATIA BANK AE» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Θησέως αριθμός 147 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν  εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Πανεπιστημίου αριθμός 21-23 και εκπροσωπείται νόμιμα,  η οποία δεν  εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «CITIBANK Ιinternational plc», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Όθωνος αριθμός 9 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αικατερίνης Μπέρδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 6] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Όθωνος 8 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Δεμερτζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 7] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Αιόλου αριθμός 86 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Πεταβρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Πειραιώς», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Αμερικής αριθμός 4, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της έννομης σχέσης της τρίτης και τέταρτης των μετεχουσών πιστωτριών, από την υπ΄αρθ. ΜG0825300103 σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ της αιτούσας και της τρίτης πιστώτριας και τις υπ΄αρθ. 4940410295110007 και  5100150295109004 συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας που είχαν συναφθεί μεταξύ της αιτούσας και της τέταρτης πιστώτριας, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πέτρου Αλεπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η αιτούσα με την από 02-02-2012 αίτησή της που απευθύνεται  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Για τη συζήτηση της παραπάνω  αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθμό 8/06-02-2012 πράξη, η 23η-10-2012 και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις με αριθμό 10535β/05-03-2012 και 10531β/05-03-2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά Σταυρούλας Μανωλάκου, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις περιλαμβανόμενες στην υποβληθείσα από την αιτούσα κατάσταση πιστωτών της ανώνυμη τραπεζικές εταιρίες με την επωνυμία «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ»  και «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ». Οι τελευταίες, όμως, δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. To Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι παρόντες (άρθρο 754 παρ.2 ΚΠολΔ), χωρίς να θεωρείται ότι  οι πιστώτριες αυτές αντιπροσωπεύονται από τις λοιπές παριστάμενες πιστώτριες, παρά το γεγονός ότι στη  ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους «μετέχοντες στη δίκη» πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας (αρθ. 75 παρ1  περ. β΄του ΚΠολΔ), καθόσον στην εκούσια δικαιοδοσία, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν εφαρμόζεται, όπως στην αμφισβητούμενη, διάταξη του άρθρου 75 παράγραφος 1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ, κατά την οποία «οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Και τούτο διότι η έκταση του επηρεασμού στις έννομες σχέσεις του αιτούντος και των άλλων ενδιαφερομένων είναι διάφορη (βλ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική-Νομολογιακή ανάλυση του ΚπολΔ, έκδοση 1996, αρθ. 754 αριθ Ια΄). Ειδικά στο Ν. 3869/2010 όπου συντρέχουν αντίθετα συμφέροντα των πιστωτών, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη (βλ. σχετ. Π. Αρβανιτάκης: «Η εκουσία δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», περιθ. Αριθ. 4.2, Γ. Ευστρατιάδης: «Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010): Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, σελ 6, εισήγηση σε σεμινάριο επιμόρφωσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών κατά την 29-30/9-2010, πρβλ και ΑΠ 98/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι η αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος φυσικού προσώπου, 2) της κατάστασης της περιουσίας του, 3) της κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου  διευθέτησης των οφειλών του και 5) αιτήματος ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή της (Αθ. Κρητικός έκδοση 2010 ερμ. Ν.3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμ. 64 Ανάτυπο σελ. 1477), παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτή αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος της διαδικασίας και τα, δημόσιας εμβέλειας, συμφέροντα που εξυπηρετεί, την ελαστικότητα των κανόνων που τη διακρίνει (όπως η δυνατότητα μεταβολής του αιτήματος, αλλά και τη συμπλήρωσή του με τις προτάσεις ή και προφορικά ενώπιον του Ειρηνοδικείου, η εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος άρθρα115 παρ. 3, 751, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ) πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος δεν απαιτείται και μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, αρκεί να αναφέρονται με σαφήνεια, το οποίο θα εκτιμηθεί με ευρύτερη θεώρηση, αλλά και να συμπληρωθούν προς αποφυγή της πραγματικής αοριστίας (ΑΠ 173/1981 ΑρχΝ 32.258 και 1293/1993 Δνη 35.140). Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτήσεως δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του, το οποίο και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά στοιχεία, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1493 ΑΚ, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και του γεγονότος ότι  ο Ν.  3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ενδεικτικά ΕιρΚαλύμνου 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αρκεί συνεπώς η ακριβής περιγραφή της οικογενειακής και περιουσιακής  κατάστασης του αιτούντα, όπως και το συνολικό ύψος των βιοτικών του αναγκών, καθώς και αν αυτές αφορούν σε προστατευόμενα μέλη και ποια είναι αυτά (ανεξάρτητα από την αποδοχή του ισχυρισμού) Εξάλλου, η τυχόν παράθεση από τον αιτούντα οποιουδήποτε ποσού για την κάλυψη της τάδε ή της δείνα βιοτικής ανάγκης θα είχε το χαρακτήρα αβεβαιότητας, αφού δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες, λόγω των απρόβλεπτων περιστάσεων. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του αιτούντα και τις συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης περί της μονιμότητας στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία συντελέστηκε χωρίς δολιότητα του οφειλέτη και θα εξεταστούν στην οικία θέση.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίστηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία  Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Αμερικής αριθμός 4 η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της έννομης σχέσης της τρίτης και τέταρτης των μετεχουσών πιστωτριών, από την υπ΄αρθ. ΜG0825300103 σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ της αιτούσας και της τρίτης πιστώτριας και τις υπ΄αρθ. 4940410295110007 και  5100150295109004 συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας που είχαν συναφθεί μεταξύ της αιτούσας και της τέταρτης πιστώτριας και άσκησε κύρια παρέμβαση. Η εν λόγω παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠτΚ, που πρέπει να εφαρμοσθεί κατ’ άρθρο 15 του Ν. 3869/2010, κατά παράκαμψη της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 752 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Π. Αρβανιτάκης, Η Εκούσια Δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση. υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, Γ, Ευστρατιάδης : «Ν.3869/2010 Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», σελ. 7, σε σεμινάριο επιμορφώσεως Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή δικαστικών Λειτουργών) με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου   δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 79 και 741 ΚΠολΔ, καθόσον είναι πρόδηλο το επικαλούμενο έννομο συμφέρον της κυρίως παρεμβαίνουσας, λόγω του ότι οι επίδικες απαιτήσεις της τρίτης και τέταρτης μετέχουσας, περιήλθαν ήδη στην κυρίως παρεμβαίνουσα ως ειδικής διαδόχου. Κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’  ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την υπό κρίση αίτηση, διότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, κατ’  άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην εκούσια δικαιοδοσία κατά το άρθρο 741 του ιδίου Κώδικα, από το παρόν αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο Δικαστήριο, λόγω της προδήλου με την κρινομένη αίτηση συνάφειας (άρθρο 31 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αίτησή της, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις, η αιτούσα επικαλούμενη ότι έχει έλλειψη πτωχευτικής ικανότητος εκθέτει ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημά της, έχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητεί, α) να γίνει δεκτή η αίτησή της για τη ρύθμιση των οφειλών του, β) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών γ) σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών, με καταβολή μηδενικών καταβολών.

Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπο εισάγεται να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, (περίοδος 1η, άρθ.3 Ν του 3869/2010), κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθ. 1 περ.β του ΚΠολΔ σε συνδ με περίοδο 2η, άρθ. 3 του Ν.3869/2010 και αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη, απορριπτομένων των σχετικών ενστάσεων των μετεχουσών πιστωτών και της κυρίως παρεμβαίνουσας και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος α) να επικυρωθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ` άρθ. 7 του Ν. 3869/2010 το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ` άρθ. 7 του Ν.3869/2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ.1 του Ν.3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση (Ειρ Κορίνθου 89/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω για το  παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε η επιβαλλόμενη προδικασία των αρθ. 2, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 και προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα έγγραφα, κατά τα οριζόμενα στην παρ.2 , του αρθ. 4 του Ν.3869/2010, ειδικότερα 1) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 παρ 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, σύμφωνα με την από 29-01-2012 βεβαίωση της διαμεσολαβούσης δικηγόρου Ορεστιάδας Θεοδώρας Κεχαγιά, η οποία εμπρόθεσμα κατατέθηκε (άρθ. 4 παρ.2, περ.α του Ν.3869/2010) στην γραμματεία του Δικαστηρίου, 2)  η ένδικη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού μετά την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σε αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν. 3869/20102),  3) εμπρόθεσμα, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου (06-02-2012)  η από 02-02-2012 υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας (αρθ. 4 παρ. 2, περ.β του Ν.3869/2010), αφενός για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας, των εισοδημάτων της, των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 4) απέτυχε ο κατ` άρθ, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (βλ. έγγραφες παρατηρήσεις – αντιρρήσεις των καθ΄ών), 5) Επίσης δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 ιδίου ως άνω νόμου (βλ. υπ’ αριθμ. Πρωτ.  …….γ/…………. σχετική βεβαίωση του  Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5,6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της (βλ. επ΄ αυτού κατωτέρω). Επομένως πρέπει κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη  να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πιστωτών της αιτούσας που παραστάθηκαν στην δίκη,  αρνούνται την ένδικη αίτηση και προβάλλουν,τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά όσο και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατιθέμενες προτάσεις τους, την ένσταση α) καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, β)δόλου. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401, ΕφΘρ 221/2000, DIGESTA 2003,36). Κατά δε το μέρος που αφορά σε πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της,  β)της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 και θα εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η προσθέτως παρεμβαίνουσα προβάλλει επίσης την ένσταση απαραδέκτου, διότι στην κρινόμενη αίτηση δεν περιλαμβάνεται σχέδιο διευθέτησης των οφειλών. Η ένσταση όμως αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης, στην 5η σελίδα αυτού, προκύπτει ότι η αιτούσα περιλαμβάνει σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, με πρόταση καταβολής μηδενικών δόσεων.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης της αιτούσας ως διαδίκου, η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και της οποίας η κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν  και επικαλούνται οι αιτούντες,  καθώς και οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Β, Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρ. 759 αριθ, 5, Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129) από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την έπ` ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Η αιτούσα είναι 48 ετών, διαζευγμένη και μητέρα δύο ενήλικων τέκνων, τα οποία είναι άνεργα. Συνοικεί με τους γηραιούς γονείς της και όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη κάρτα ανεργίας του ΟΑΕΔ, αυτή  είναι άνεργη από το έτος 2010. Όπως δε προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα Ε1 του οικονομικού έτους 2011, τα εισοδήματά της ήταν μηδενικά, διότι αυτή φορολογήθηκε για τεκμαρτό και όχι για πραγματικό  εισόδημα 5.961,67 ευρώ. Από 02-01-2014 εργάζεται ως καθαρίστρια σε ιδιωτική εταιρία παροχής υπηρεσιών καθαριότητας  με μερική απασχόληση για 4 ημέρες την εβδομάδα με μικτό ημερομίσθιο 15,71 ευρώ.

Το μοναδικό περιουσιακό αντικείμενο που διαθέτει η αιτούσα είναι ένα αυτοκίνητο 1368κεκ, μοντέλο του 2005, με αριθμό κυκλοφορίας ΕΒΗ 6488.

Στη διάταξη της δεύτερης παραγράφου, εδ. β του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι η αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου, πρέπει να συνοδεύεται και από υπεύθυνη δήλωση για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων στις οποίες προέβη ο αιτών την τελευταία τριετία. Ο δικαιολογητικός λόγος της ανωτέρω διάταξης είναι να ερευνηθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, μήπως ο οφειλέτης, σκεπτόμενος να αναλάβει χρέη και να μην τα αποπληρώσει, προβαίνει σε απαλλοτρίωση ακινήτων του.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η αιτούσα κατέθεσε την αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010 στο παρόν Δικαστήριο, στις 02-02-2012, στο αντίγραφο της οποίας που υπάρχει στο φάκελο του δικαστηρίου έχει συρραφεί η από 02-02-2012 υπεύθυνη δήλωσή της, στην οποία αναφέρει τις μεταβιβάσεις ακινήτων ιδιοκτησίας της στις οποίες προέβη εντός της τελευταίας τριετίας πριν την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ΄αρθ. 5.543/30-06-2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Πάρεσης Ι. Κιζιρίδου συζύγου Βησσαρίωνος Ράπτη, η αιτούσα δώρισε στην αδερφή της Αλεξάνδρα Πριαζίδου το 1/5 εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας επί ενός οικοπέδου που βρίσκεται στις Φέρες του Νομού Έβρου, έκτασης 652 τ.μ., εντός του υπ΄αρθ. 146 ΟΤ μέσα στο οποίο υφίστανται α) μια ισόγειος οικία εμβαδού 91,77τ.μ. και β) μια ισόγεια αποθήκη εμβαδού 48 τ.μ. Το ιδανικό αυτό μερίδιο επί του προπεριγραφόμενου ακινήτου, περιήλθε στη δωρήτρια-αιτούσα κατά ψιλή κυριότητα με γονική παροχή από τον πατέρα της Παύλο Ποριαζίδη του Αλεξάνδρου. Η αξία της ψιλής κυριότητας κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης ανέρχεται στο ποσό των 20.784 ευρώ. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ΄αρθ. 5.781/22-02-2010 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή πλήρους κυριότητας διαμερίσματος ισογείου ορόφου, της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, η αιτούσα δώρισε στην αδερφή της Αλεξάνδρα Ποριαζίδου, ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, το οποίο βρίσκεται σε διόρωφη οικοδομή στο Δήμο Φερών, επί της οδού Πολυτεχνείου, καθαρού εμβαδού 84,77 τ.μ. Η αξία του ως άνω διαμερίσματος κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης ανέρχεται στο ποσό των 24.032,29  ευρώ. Η ίδια η αιτούσα κατά την επ’ ακροατηρίω εξέτασή της ομολόγησε ότι προέβη σε αυτές τις εκποιήσεις ακινήτων, «για να τα σώσει από τις Τράπεζες». Γνώριζε επομένως η αιτούσα, ότι με τον τρόπο αυτό, ήτοι με τη χαριστική δικαιοπραξία της δωρεάς, απομείωνε την περιουσία της, διότι αποξενώθηκε από τα μοναδικά ακίνητα ιδιοκτησία της χωρίς να εισπράξει τίμημα, κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την περιέλευσή της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και ενώ γνώριζε ότι τα εισοδήματά της και η υπόλοιπη περιουσία της δεν θα επαρκούσαν για την ικανοποίηση των δανειακών της υποχρεώσεων. Οι  απαλλοτριωτικές αυτές πράξεις των παραπάνω σημαντικών περιουσιακών της στοιχείου, η αξία των οποίων κάλυπτε σημαντικό ύψος του χρέους της αιτούσας, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 108.261,15 ευρώ), έγιναν με πρόθεση βλάβης των δανειστών της, καθώς δεν φρόντισε για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας της και τη σωστή διαχείρισή της, προκειμένου επαρκώς και σύμφωνα με τις αναληφθείσες δανειακές υποχρεώσεις της να εξοφλήσει τα χρέη της. Η συμπεριφορά της αιτούσας, δεν ήταν δόλια κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων προς τις μετέχουσες πιστώτριες (ΕιρΠατρ 54/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Βενιέρης/Κατσάς, 2η έκδ. σελ. 98-99), αλλά κατέστη δόλια σε μεταγενέστερο στάδιο, που εμπίπτει στην κρίσιμη ως άνω τριετία μέχρι την επίδοση της αίτησης και συμπίπτει με το χρόνο μεταβίβασης λόγω δωρεάς. Με την ανωτέρω μεταβίβαση αποσκοπούσε δολίως, η αιτούσα, όπως ομολογεί άλλωστε και η ίδια, στη μη ικανοποίηση έστω και μέρους των απαιτήσεων των πιστωτριών της. Όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του ν.3869/10 για να μπορεί ο οφειλέτης να επωφεληθεί από τη ρύθμιση του νόμου αυτού θα πρέπει η αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του να μην οφείλεται σε δόλο του άλλως δεν θεωρείται έντιμος και δεν κρίνεται άξιος να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων του νόμου.  Επομένως η διάθεση των ακινήτων της αιτούσας λόγω δωρεάς στην αδελφή της, δημιουργεί τεκμήριο και παρέχει έμμεση απόδειξη της πρόθεσης του αποφυγής των πιστωτών και των χρεών της, δεδομένου ότι κατέστησε επισφαλή την οικονομική της κατάσταση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει  η αίτηση να απορριφθεί, δεκτής γενομένης της ένστασης των ανωτέρω πιστωτών περί  δόλου εκ μέρους της αιτούσας. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της τρίτης και τέταρτης των καθ΄ών και παρόντων των υπολοίπων διαδίκων. Την αίτηση και την προφορικώς ασκηθείσα κύρια παρέμβαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την  αίτηση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 7η Μαρτίου 2014 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:  504/2013

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

Εκουσία Δικαιοδοσία (Ν. 3869/2010, 4161/2013)-συνεκδίκαση

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από την Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Ευαγγελία Κοντογεώργου, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και  της Γραμματέα Παναγιώτας Αρίκα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ  δημόσια στο ακροατήριο του την 05η  Νοεμβρίου  2013,  για να δικάσει τις  παρακάτω υποθέσεις μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ (ΤΗΣ Α΄ ΑΙΤΗΣΗΣ με αρθ. Εκθ. Καταθ. 216/12-08-2013): Μ. Π., κατοίκου Αλεξανδρούπολης, , η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αθανασίας Ναλμπάντη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Αιόλου αριθμός 86 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Πέτρου Αλεπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρθ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ (ΤΗΣ Β΄ ΑΙΤΗΣΗΣ με αρθ. Εκθ. Καταθ. 217/12-08-2013): Ι. Π., κατοίκου Αλεξανδρούπολης, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αθανασίας Ναλμπάντη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ΄ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Αιόλου αριθμός 86 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της  Πέτρου Αλεπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις,  2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρθ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις,  3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ‘Οθωνος 8 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Δεμερτζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 4) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Ομήρου αριθμός 23 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αικατερίνης Μπέρδου, η οποία  κατέθεσε προτάσεις.

Οι αιτούντες με τις από 19-07-2013 αιτήσεις τους που απευθύνονται  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

Για τη συζήτηση των παραπάνω  αιτήσεων ορίσθηκε δικάσιμος με τις υπ’ αριθμούς αντίστοιχα 216/2013 και 217/2013 πράξεις, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 741 ΚΠολΔ, τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για αιτούντες που είναι σύζυγοι και που ζητούν με τις αιτήσεις τους τη ρύθμιση των χρεών τους, εκ των οποίων κάποια είναι και κοινά,  με βάση τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, αναφέρονται δε σε κοινά πραγματικά περιστατικά και υπάγονται στην ίδια διαδικασία χωρίς να θίγεται και ο προσωποπαγής χαρακτήρας της ρύθμισης. Επιπλέον, αποφεύγεται ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και επιπλέον, με τη συνεκδίκαση των αιτήσεων των οφειλετών, οι οποίοι εν προκειμένω τυγχάνουν σύζυγοι, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, καθώς σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 8 ν. 3869/2010 κατά τον καθορισμό της μηνιαίας δόσης του αιτούντα λαμβάνεται υπ’ όψιν η αμοιβαία δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, σύμφωνα με τα άρθρα  1389, 1390 ΑΚ. Πρέπει επομένως οι δύο αιτήσεις να συνεκδικαστούν.

Όπως περαιτέρω προκύπτει σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 22 παρ.5 του Ν.3994/2011, «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει … τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση…να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθ.741 του του ΚΠολΔ ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση στο  ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠοΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36/1601, ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΝΟΜΟΣ και ενδεικτικά ΕιρΚορίνθου 121/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση  (άρθ. 238 και 256 του ΚΠολΔ) αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να προκαλείται μεταβολή της αιτήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή θα πρέπει να γίνεται με   την   άδεια   του δικαστή   κατά   το   μέτρο   που  η  μεταβολή δεν βλάπτει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στη δίκη ή τρίτων. Άλλωστε στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς, ο σκοπός  της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ.Εφ.ΑΘ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ.Μπέη Πολ.Δ.άρθρο 758 παρ.3 αρ. 16 σελ.326 και 330 και Ειρ.Πατρών 25/2013, Ειρ.Κορινθ. 121/2012, ΕιρΚαβ. 161/2012, Ειρ.Λαυρ. 193/2012 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υποθέσεως στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στη λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης, είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 του ΚΠολΔ). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλούν το απαράδεκτο της αιτήσεως. Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ` άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι  το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (ΕιρΚαβάλας 161/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 του Ν.3869/2010 και 758 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι εκδοθείσες κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου μετά τη δημοσίευση τους να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη εξαιτίας των οποίων μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση. Τούτο διότι στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ.Εφ.Αθ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ.Μπέη Πολ.Δ.άρθρο 758 παρ.3 αρ. 16 σελ.326 και 330). Τα νέα αυτά περιστατικά που επήλθαν στη ζωή του οφειλέτη, ενδέχεται να δικαιολογούν την αύξηση του ποσού των μηνιαίων καταβολών και τέτοια είναι η αύξηση του εισοδήματος του αιτούντα λόγω εξεύρεσης εργασίας, εκμίσθωσης ακινήτου κλπ. Ενδέχεται όμως τα νέα αυτά περιστατικά να δικαιολογούν τη μείωση του ποσού των μηνιαίων καταβολών. Τέτοια γεγονότα αποτελούν η απόλυση του οφειλέτη και η αδυναμία εξεύρεσης άλλης εργασίας, η μείωση των αποδοχών του, η αύξηση των βιοτικών αναγκών του και των οικονομικών του υποχρεώσεων (διεύρυνση της οικογένειας, σπουδές παιδιών, υποχρέωση διατροφής, προβλήματα υγείας του ιδίου ή μελών της οικογένειάς του). Τα μεταγενέστερα γεγονότα που επέφεραν μεταβολές (αρνητικές) της περιουσιακής κατάστασης ή και των εισοδημάτων του οφειλέτη, μπορεί να είναι και από αυτά που δικαιολογούν την εξαιρετική ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 8 του νόμου. Και στην περίπτωση αυτή, δύναται το δικαστήριο να επανέλθει με τροποποιητική ρύθμιση και να ορίσει μηνιαίες καταβολές μικρού ή μικρότερου ύψους ή και μηδενικές. Αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη και αν η προβλεφθείσα αρχική ρύθμιση ήταν εξαιρετική, με τον ορισμό μικρών καταβολών, εφόσον επήλθε μεταγενέστερη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη που δικαιολογεί μηδενικές καταβολές. Την αίτηση τροποποίησης νομιμοποιείται ενεργητικά να υποβάλει ο ίδιος ο οφειλέτης ή οποιοσδήποτε από τους συμμετέχοντες στη ρύθμιση πιστωτής. Η απόφαση μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ και ειδικότερα να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης. Αυτό θα συμβεί εφόσον και κατά το μέτρο που οι μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης ή των εισοδημάτων του οφειλέτη ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της αποφάσεως και μέχρι αυτό της κατάθεσης της αίτησης τροποποίησης.

Περαιτέρω, από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 8, προκύπτει ότι η σχετική ρύθμιση αναφέρεται σε μηνιαίες επί τετραετία από τον οφειλέτη που ορίζει το δικαστήριο στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010. Εντεύθεν όμως, δεν μπορεί να συναχθεί βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό τροποποιήσεως της ίδιας αποφάσεως κατά το σκέλος της που αφορά τη ρύθμιση που επιχειρείται στα πλαίσια της παρ. 2 του άρθρου 9 του νόμου, αν και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 758 ΚΠολΔ. Μάλιστα, υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες η τροποποίηση της αποφάσεως κατά το σκέλος της που αφορά τις μηνιαίες επί τετραετία καταβολές, επηρεάζει το περιεχόμενο της αποφάσεως στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου και ειδικότερα το ύψος και τη διάρκεια των μηνιαίων καταβολών. Αυτό φαίνεται καθαρά στην περίπτωση που με τη μεταγενέστερη τροποποιητική απόφαση, μειώνεται το ποσό των μηνιαίων καταβολών και συνακολούθως το συνολικό ποσό της τετραετίας. Το συνολικό  ποσό των επί τετραετία καταβολών, εφόσον στην απόφαση υπάρχει διάταξη περί εξαιρέσεως από την εκποίηση της πρώτης κατοικίας και προσθέτως υποχρεώνεται ο οφειλέτης να καταβάλει μηνιαίως ποσά  στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, αφαιρείται από το συνολικό ποσό των χρεών του οφειλέτη που έχει πλέον ως ανώτατο όριο, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος 4161/2013 στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας. Το μετά την αφαίρεση αυτή ποσό θα καταβάλει ο οφειλέτης, στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Ωστόσο, μετά τη μείωση, με την τροποποιητική απόφαση, των μηνιαίων επί τετραετία καταβολών στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου και την αφαίρεση του προκύπταντος συνολικού ποσού από το συνολικό και αμετάβλητο ποσό  χρεών του οφειλέτη, ενδέχεται να προκύψει μεγαλύτερο, σε σχέση με το προηγούμενο, ποσό καταβλητέο στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Αυτό αναγκάζει το δικαστήριο, εφόσον προβάλλεται σχετικό αίτημα από τον οφειλέτη, να προβεί σε τροποποίηση της προηγούμενης αποφάσεώς του. Η τροποποίηση αυτή κατευθύνεται σε δύο σημεία. Τα πρώτο είναι η μείωση των μηνιαίων δόσεων, εφόσον μειώνονται τα εισοδήματα του οφειλέτη και το δεύτερο είναι η αύξηση του αριθμού των δόσεων, ώστε με τον τρόπο αυτό να εξοφληθεί το τυχόν πλέον αυξημένο ποσό που παραμένει μετά την αφαίρεση (Κρητικός, ΕλλΔνη 54.889).

Ειδικά ως προς το ζήτημα των αιτήσεων μεταρρύθμισης αποφάσεων, οι οποίες είχαν εκδοθεί πριν τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4161/2013 στο Ν. 3869/2010, δηλαδή αποφάσεων που εξαιρούσαν από τη ρευστοποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντα με την καταβολή του 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου (άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010) και οι οποίες κατατέθηκαν μετά τις 14-06-2013, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4161/2013, ο οποίος τροποποίησε τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 προβλέποντας πλέον την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντα με την καταβολή δόσεων που αντιστοιχούν έως το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, σημειώνεται ότι κατά τη μεταρρύθμιση της απόφασης, το δικαστήριο, θα πρέπει να υπολογίσει τις τροποποιημένες δόσεις που υποχρεούται να καταβάλει ο αιτών, επί του ποσού του 80% πλέον της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Η επιλογή, κατά τον υπολογισμό των δόσεων της μεταρρυθμιστικής απόφασης, της διατήρησης του ποσού του 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, προκειμένου τούτο να εξαιρεθεί της ρευστοποίησης, θα ήταν ανελαστική και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό του νομοθέτη που είναι η ομαλή επανένταξη του οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, με την ταυτόχρονη προστασία της πρώτης κατοικίας του. Τούτο διότι, εάν εφαρμοζόταν η προρρηθείσα επιλογή, θα προέκυπτε το εξής παράδοξο: οι αρχικές αποφάσεις υπαγωγής στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010  που εκδόθηκαν πριν από τις επελθούσες τροποποιήσεις και όριζαν καταβολές σε ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου να υπόκεινται σε μεταρρύθμιση, χωρίς να μεταβάλλεται το ποσοστό αυτό των καταβολών, ενώ αντίθετα α) οι αιτήσεις για ρύθμιση οφειλών που κατατέθηκαν μετά τις 14-06-2013 να διέπονται από την καινούργια ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 (προστασία κύριας κατοικίας με καταβολή δόσεων έως το 80% της αντικειμενικής αξίας), β) οι μεταρρυθμιστικές αποφάσεις που θα εκδοθούν στο μέλλον επί των αιτήσεων αυτών μετά την τροποποίηση του άρθρου 9 παρ. 2, θα υπολογίζουν την καταβολή δόσεων για την προστασία της κύριας κατοικίας με καταβολή έως το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, γ) ομοίως επί των εκκρεμών αιτήσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται από την άμεση ισχύ του άρθρου 24 Ν. 4161/2013, οι καταβολές ορίζονται στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας. Συνεπώς, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εκδοθησόμενη μεταρρυθμιστική απόφαση επί αιτήσεως κατατεθείσας μετά τις 14-06-2013 που αφορά μεταρρύθμιση αρχικής απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση υπό τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 ως ίσχυε, θα λάβει υπόψη της κατά τον υπολογισμό των τροποποιημένων δόσεων για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντα, το ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (απορριπτομένης της ένστασης απαραδέκτου που προβάλλει η δεύτερη πιστώτρια αμφοτέρων των αιτούντων και η τέταρτη καθ΄ής πιστώτρια του δεύτερου αιτούντα).

Α΄αίτηση (αρθ. έκθεσης κατάθεσης 216/12-08-2013)

Με την υπό κρίση αίτησή της, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι έχει υπαχθεί στη ρύθμιση των οφειλών υποχρεωμένων φυσικών προσώπων του Ν.3869/2010 και έχει εκδοθεί η 12/2012 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ρυθμίστηκαν τα χρέη της προς τις μετέχουσες πιστώτριες  με την ένταξή της στις ρυθμίσεις του άρθρου 8 παρ. 2 με μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 300 ευρώ επί μία τετραετία. Ζητεί, λόγω μεταβολής της περιουσιακής  κατάστασης του συζύγου της και μείωσης των εισοδημάτων του, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει, να μεταρρυθμιστεί η 12/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με αναδρομική ισχύ από τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης, ώστε να μειωθεί η δικαστική ρύθμιση των χρεών της, με σύμμετρη ικανοποίηση των μετεχόντων πιστωτών της, επί τετραετία, δοθέντος του εννόμου συμφέροντος. Η αίτηση παραδεκτά εισάγεται στο αρμόδιο τούτο Δικαστήριο σύμφωνα με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ.741-781 ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 758 ΚΠολΔ, καθώς αναφέρεται σε νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων της οφειλέτριας εξαιτίας των οποίων μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η υπό μεταρρύθμιση απόφαση, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης της πρώτης των καθ΄ών (το εάν πράγματι επισυνέβησαν οι επικαλούμενες βλαπτικές μεταβολές, αποτελεί ζήτημα απόδειξης και θα κριθεί στην οικία θέση). Περαιτέρω, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.

Β΄αίτηση (αρθ. έκθεσης κατάθεσης 217/12-08-2013)

Με την υπό κρίση αίτησή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις, ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει υπαχθεί στη ρύθμιση των οφειλών υποχρεωμένων φυσικών προσώπων του Ν.3869/2010 και έχει εκδοθεί η 13/2012 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ρυθμίστηκαν τα χρέη του προς τις μετέχουσες πιστώτριες  με την ένταξή του στις ρυθμίσεις του άρθρου 8 παρ. 2 με μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 1.324,92 ευρώ επί μία τετραετία και 9 παρ. 2 για καταβολές επι δεκαέξι έτη προς διάσωση της κύριας κατοικίας του. Ζητεί, λόγω μεταβολής της περιουσιακής του κατάστασης και μείωσης των εισοδημάτων του, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει, να μεταρρυθμιστεί η 13/2012 απόφαση, με αναδρομική ισχύ από τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης, ώστε να μειωθεί η δικαστική ρύθμιση των χρεών του, με σύμμετρη ικανοποίηση των μετεχόντων πιστωτών του, επί τετραετία, καθώς και να επανεξεταστεί η ρύθμιση της τροποποιούμενης απόφασης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του ως προς τις μηνιαίες καταβολές, στο βαθμό που επηρεάζεται από την καταβολή της ρύθμισης για καταβολές επί τετραετία. Η αίτηση παραδεκτά εισάγεται στο αρμόδιο τούτο Δικαστήριο σύμφωνα με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα741-781 ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 758 ΚΠολΔ, καθώς αναφέρεται σε νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη εξαιτίας των οποίων μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η υπό μεταρρύθμιση απόφαση, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης της πρώτης των καθ΄ών (το εάν πράγματι επισυνέβησαν οι επικαλούμενες βλαπτικές μεταβολές, αποτελεί ζήτημα απόδειξης και θα κριθεί στην οικία θέση). Περαιτέρω, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της τρίτης καθ΄ής πιστώτριας που παραστάθηκε στη δίκη,  αρνείται την ένδικη αίτηση και προβάλλει, τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά όσο και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατιθέμενες προτάσεις της, την ένσταση απαραδέκτου, της αίτησης, διότι αυτή οδηγεί στη μη αποπληρωμή και απαλλαγή από την οφειλή του, την οποία οφειλή δημιούργησε γνωρίζοντας ότι ήταν δύσκολο να την εξοφλήσει και τη δημιούργησε εξαιτίας του υπερδανεισμού του, ο οποίος ήταν δόλιος, διότι γνώριζε ότι δεν μπορούσε να αποπληρώσει..  Η ένσταση αυτή,  αλυσιτελώς προτείνεται στην παρούσα δίκη, διότι αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος προκειμένου να μεταρρυθμιστεί η απόφαση που αποφάσισε την υπαγωγή του οφειλέτη στο Ν. 3869/2010, ήτοι μεταγενέστερα της πρώτης  απόφασης γεγονότα που μετέβαλαν επί τα χείρω την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Η προτεινόμενη ένσταση, αφορά την πρώτη δίκη, εάν δηλαδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση, ήτοι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του η οποία να δημιουργήθηκε χωρίς δόλο αυτού,.

 

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων, ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και του οποίου η κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν  και επικαλούνται οι αιτούντες,  καθώς και οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Β, Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρ. 759 αριθ, 5, Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129) από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την έπ` ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Οι αιτούντες με τις από 10-05-2011 αιτήσεις τους περί ρύθμισης των οφειλών τους προς τους μετέχοντες πιστωτές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, εκδόθηκαν οι υπ΄αρθ. 12/31-01-2012 (για την αιτούσα Μαργαρίτα Παπαχρήστου) και 13/31-01-2012 (για το σύζυγό της αιτούντα Ιωάννη Παπαχρήστου. Με τις παραπάνω αποφάσεις ρυθμίστηκαν τα χρέη των αιτούντων με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της επί μία τετραετία, συνολικού ποσού 300 ευρώ για την αιτούσα Μαργαρίτα Παπαχρήστου και 1.324,92  ευρώ για τον Ιωάννη Παπαχρήστου αρχόμενες από την 1η ημέρα κάθε μήνα μετά την κοινοποίηση της απόφασης, κατανεμόμενο συμμέτρως σε όλους τους μετέχοντες πιστωτές. Συγκεκριμένα η πρώτη αιτούσα Μαργαρίτα Παπαχρήστου στην πρώτη μετέχουσα ρυθμίστηκε να καταβάλει ποσό 2,94 ευρώ για την πρώτη οφειλή και 0,55 ευρώ για τη δεύτερη, στη δεύτερη μετέχουσα ρυθμίστηκε να καταβάλει ποσό 0,47 ευρώ για την πρώτη οφειλή και 296,04 ευρώ για τη δεύτερη οφειλή μηνιαίως και επί μία τετραετία. Ο δεύτερος αιτών Ιωάννης Παπαχρήστου στην πρώτη μετέχουσα ρυθμίστηκε να καταβάλει ποσό 606,04 ευρώ για την πρώτη οφειλή και 145,38 ευρώ για τη δεύτερη, στη δεύτερη μετέχουσα ρυθμίστηκε να καταβάλει ποσό 13,47 ευρώ για την πρώτη οφειλή, 2,56 ευρώ για τη δεύτερη οφειλή και 5,26 ευρώ για την τέταρτη οφειλή.  Στην τρίτη μετέχουσα ρυθμίστηκε να καταβάλει το ποσό των 350,04 ευρώ και στην τέταρτη μετέχουσα ρυθμίστηκε να καταβάλει το ποσό των 32,64 ευρώ. Επιπλέον,  με την υπ΄αρθ. 13/2012 οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αποφασίστηκε η εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του δεύτερου αιτούντα Ιωάννη Παπαχρήστου και ειδικότερα ενός διαμερίσματος 99τμ, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας επί της οδού Εθνικής Αντίστασης αριθμός 36 στην Αλεξανδρούπολη, με την υποχρέωση καταβολής στην πρώτη των καθ΄ών  ποσού 376,31 ευρώ για 192 μήνες. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινούσε την 1η ημέρα του πρώτου μήνα δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης και θα γινόταν χωρία ανατοκισμό με το μέσο επιόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ωστόσο, μετά τη ρύθμιση των χρεών των αιτούντων με τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις, μεταβλήθηκαν τα εισοδήματα του αιτούντα, τα οποία αποκλειστικά εισέπραττε από τη λήψη σύνταξης από το ΝΑΤ  και των μερισμάτων  από το Μετοχικό Ταμείο και το ΕΚΟΕΜ και ανέρχονταν μηνιαίως σε 2.224,92 ευρώ (βλ. αρχική απόφαση ρύθμισης) και συνεπώς μεταβλήθηκε και το ποσοστό συνεισφοράς στις οικογενειακές δαπάνες της αιτούσας συζύγου του. Συγκεκριμένα μετά τη δημοσίευση των προς μεταρρύθμιση αποφάσεων, οι συντάξιμες μηνιαίες αποδοχές του αιτούντα  μειώθηκαν και ανέρχονται πλέον στο ποσό των 1.413,59 ευρώ {1.132,18 ευρώ = κύρια σύνταξη + 373,01 ευρώ ανά δίμηνο επικουρική σύνταξη από το Μετοχικό Ταμείο +189,81 ευρώ ανά δίμηνο επικουρική σύνταξη από το ΕΚΟΕΜ=562,82 ευρώ ανά δίμηνο/2 = 281,41 ευρώ επικουρική σύνταξη μηνιαίως  (βλ. επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ενημερωτικά σημειώματα κύρια σύνταξης του 1ου τριμήνου του έτους 2013, καθώς και αντίστοιχο των μηνών Ιουλίου-Αυγούστου 2013 για τα επικουρικά ταμεία)}. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η σύνταξη του αιτούντα, αποτελεί τη μοναδική πηγή εισοδημάτων των αιτούντων-συζύγων. Παράλληλα οι ανάγκες διαβίωσης των αιτούντων δεν έχουν μεταβληθεί, τα δε προβλήματα υγείας αμφοτέρων των αιτούντων, όπως αυτά αποδείχθηκαν με τις υπ΄αρθ. 12/2012 και 13/2012 αποφάσεις εξακολουθούν να υφίστανται. Το μεταγενέστερο επομένως γεγονός της μεταβολής των εισοδημάτων του αιτούντα Ιωάννη Παπαχρήστου, διαφοροποιεί σημαντικά τις  βάσεις επί των οποίων στηρίχθηκαν οι υπό μεταρρύθμιση αποφάσεις. Η σημαντική μείωση των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του αιτούντα, οι οποίες αποτελούν το μοναδικό εισόδημα των αιτούντων είναι κατ` εύλογη κρίση σημαντικό νέο πραγματικό περιστατικό με ουσιώδη και αποφασιστική επιρροή στην έκβαση της δίκης και προσδίδει διαφορετική πραγματική εικόνα από εκείνη που είχε δεχθεί το Δικαστήριο εκδίδοντας τις υπ΄αρθ. 12,13/2012 αποφάσεις περί ρύθμισης των χρεών των αιτούντων συζύγων. Εξάλλου η κατά τα παραπάνω επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση του αιτούντα Ιωάννη Παπαχρήστου, αποδεικνύεται  ότι δεν είναι αναστρέψιμη, καθότι είναι συνταξιούχος και διάγει το 70ο έτος της ηλικίας του και δεν παρουσιάζει ελπίδες βελτίωσης λόγω του πασίδηλου γεγονότος (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) της οικονομικής κρίσης και του γενικότερου κλίματος ύφεσης της χώρας με την εφαρμογή των δύο μνημονιακών προγραμμάτων για τη στήριξη της Ελληνικής Οικονομίας, τα οποία οδήγησαν σε αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, καθώς και του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια. Επιπλέον αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες, έχουν προβεί σε ρύθμιση των οφειλών τους προς την Εφορία (βλ. υπ΄αρθ 1788/17-07-2013 απόφαση Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης) με καταβολή 78 δόσεων, μηνιαίου ποσού κατά μέσο όρο 56 ευρώ και χρόνο εξόφλησης το μήνα Νοέμβριο του έτους 2019 και η δαπάνη αυτή θα πρέπει να συνεκτιμηθεί από το δικαστήριο, διότι η μη καταβολή των φόρων μπορεί να οδηγήσει σε αναγκαστική εκτέλεση από το Δημόσιο και σε απώλεια πχ της κύριας κατοικίας (βιοτική ανάγκη οίκησης), παρά την προστασία του άρθρου 9 παρ. 2. Παράλληλα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι  ότι κατόπιν της ουσιαστικής μείωσης που επήλθε στις συντάξιμες αποδοχές του αιτούντα, θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσής  τόσο του ιδίου, όσο και της αιτούσας συζύγου  του (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ.,  existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα οποία ρυθμίζουν ειδικώς τα της επίδειξης εγγράφων κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης, προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγραφα τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος αυτού που κατέχει το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του (ΕφΘες 272/2010, Αρμ 2013.1296). Για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος πρέπει να εκτίθεται ότι το δικόγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, καθώς και να προσδιορίζεται το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό του. Διαφορετικά η αίτηση είναι αόριστη (ΑΠ 953/2002 Δνη 44.1310, ΑΠ 1565/1998 ΔΕΕ 1999.491, ΕφΘες 415/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, ο αιτών τη επίδειξη οφείλει να ισχυρισθεί και να αποδείξει όχι μόνο ότι ο αντίδικός του κατείχε κάποτε το έγγραφο τούτο, αλλά και ότι εξακολουθεί να το κατέχει κατά το χρόνο της δίκης, (ΑΠ 209/1994 ΕΕΝ 1995.195, ΕφΘεσ 2370/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση  η  δεύτερη πιστώτρια και των δύο αιτούντων «ALPHA BANK», προς  απόδειξη της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού της ότι καταχρηστικώς οι αιτούντες υποβάλλουν αίτηση μεταρρύθμισης, λόγω μείωσης των εισοδημάτων τους, αφού έως και την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης κατέβαλαν κανονικά της ορισθείσες από το δικαστήριο δόσεις, καίτοι τα εισοδήματα του αιτούντα είχαν ήδη μειωθεί, ζητά με τις προτάσεις της να υποχρεωθούν οι αιτούντες  να επιδείξουν τα ενημερωτικά σημειώματα της κύριας και επικουρικής σύνταξης του αιτούντα που αφορούν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση των υπό μεταρρύθμιση αποφάσεων έως την ημέρα συζήτησης των ένδικων αιτήσεων. Από την αποδεικτική όμως διαδικασία προέκυψε ότι οι αιτούντες επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν τα έγγραφα αυτά, (βλ. ενημερωτικά σημειώματα κύρια σύνταξης του 1ου τριμήνου του έτους 2013, καθώς και αντίστοιχο των μηνών Ιουλίου-Αυγούστου 2013 για τα επικουρικά ταμεία), τα οποία άλλωστε είναι κρίσιμα και απαραίτητα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους περί βλαπτικών μετοβολών που επήλθαν στην οικονομική τους κατάσταση κατά το διαδραμόντα χρόνο μεταξύ της έκδοση της πρώτης απόφασης για υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου και της υπό κρίση μεταρρυθμιστικής αίτησης. Συνεπώς το αίτημα αυτό αλυσιτελώς και  ως εκ περισσού προβάλλεται.

Ο ισχυρισμός της δεύτερης πιστώτριας των αιτούντων περί καταχρηστικής άσκησης της αίτησης για το λόγο ότι οι αιτούντες αφενός κατέθεσαν αίτηση μεταρρύθμισης και παράλληλα καταβάλουν τα ποσά που καθορίστηκαν με  τις υπ΄αρθ. 12,13/2012 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με συνέπεια η συμπεριφορά τους να μην συνάδει στα χρηστά ήθη και στην έννοια του έντιμου οφειλέτη και ότι οι μειωμένες δόσεις που προτείνουν οι αιτούντες, είναι δυσανάλογα μικρές σε σχέση με τη μείωση των εισοδημάτων τους. Ο ισχυρισμός αυτός, πρέπει να απορριφθεί παρά τη νομική του βασιμότητα (ΑΚ 281) ως ουσία αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες κατέβαλαν τα καθορισθέντα με τις υπό μεταρρύθμιση αποφάσεις  ποσά χωρίς καμία άλλη επιβάρυνση, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε η σημαντική μείωση των αποδοχών του αιτούντα, γεγονός που επηρεάζει και το ποσό συνεισφοράς της αιτούσας συζύγου του και το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης από τον εναρκτήριο χρόνο των καταβολών σύμφωνα με τα οριζόμενα στις υπό μεταρρύθμιση αποφάσεις. Δεν πρέπει επίσης να παροραθεί το γεγονός  οι συνέπειες από την έκπτωση είναι δυσμενείς, καθότι σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. β-δ, ο οφειλέτης που εκπίπτει του δικαιώματος υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, υφίσταται το χρονικό περιορισμό για δύο έτη εντός των οποίων, δεν δύναται να καταθέσει νέα αίτηση ρύθμισης των οφειλών του. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 Ν. 3869/2010, η έκπτωση από τη ρύθμιση, επιφέρει την αναβίωση του αρχικού χρέους κατά κεφάλαιο και τόκους, ενώ αρχίζει και πάλι η κάθε απαίτηση να παράγει τη συμβατική ή την εκ του νόμου τοκοφορία αλλά και ανατοκισμό, όπως θα συνέβαινε αν δεν είχε κατατεθεί η αίτηση.  Επομένως ο οφειλέτης, ο οποίος έχει υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και στον οποίο επισυνέβησαν  (μεταγενέστερα της έκδοσης της απόφασης)  γεγονότα όπως ενδεικτικά μείωση αποδοχών, απώλεια εργασίας, ασθένεια, αναγκάζεται συχνά σε υπέρτατο όριο οικονομικής θυσίας, συρρικνώνοντας στο ελάχιστο τις μηνιαίες βιοτικές του ανάγκες και κινούμενος στα όρια της αξιοπρεπούς διαβίωσης, δεχόμενος ενίοτε την οικονομική αρωγή συγγενών ή φίλων του (όπως στην προκειμένη περίπτωση, βλ. κατάθεση μάρτυρα), προκειμένου, έως τη συζήτηση της μεταρρυθμιστικής αίτησής του, να μην εκπέσει της ρύθμισης και υποστεί τις δυσμενείς επιπτώσεις που αυτή συνεπάγεται, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω. Εξάλλου, η μείωση του εισοδήματος του αιτούντα δεν συνεπάγεται και τη μείωση κατά πλήρη αναλογία των οριζόμενων δόσεων με τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση, καθώς το ποσό των δόσεων είναι σε άμεση συνάρτηση και με το μηνιαίο κόστος δαπανών, το οποίο σε σχέση με την αρχική απόφαση μπορεί να αυξηθεί λόγω αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, των ανελαστικών δαπανών, καθώς και λόγω μεταβολής της οικογενειακής κατάστασης του αιτούντα (γάμος, απόκτηση τέκνου) ή προβλημάτων υγείας του. Επομένως, κατά τη συζήτηση της μεταρρυθμιστικής αίτησης, είναι δυνατό η μείωση του εισοδήματος να είναι αντιστρόφως ανάλογη του μηνιαίου κόστους διαβίωσης. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν το ποσοστό της μείωσης των εισοδημάτων, να αποτελεί για το δικαστήριο το μόνο γνώμονα για τον καθορισμό της μειωμένης μηνιαίας δόσης, διότι η αναλογία στο ποσοστό μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, δεν  μπορεί  ταυτίζεται με το ποσοστό αναλογικά της μείωσης της μηνιαίας δόσης.

Συνακόλουθα συντρέχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν.3869/2010, δεδομένου ότι αποδείχθηκε μείωση των εισοδημάτων των αιτούντων μετά τη δημοσίευση των υπό μεταρρύθμιση αποφάσεων, που δικαιολογούν την τροποποίηση των ρυθμίσεων  των οφειλών των αιτούντων επί τετραετία ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών προς τις μετέχουσες πιστώτριες τράπεζες για την αιτούσα Μαργαρίτα Παπαχρήστου σε συνολικό ποσό 100  ευρώ  το μήνα, συμμέτρως κατανεμόμενο και όχι σε 300 ευρώ το μήνα, όπως καθόρισε η υπό μεταρρύθμιση απόφαση και για τον Ιωάννη Παπαχρήστου την τροποποίηση των καταβαλλόμενων ποσού από  1.324,92   ευρώ μηνιαίως, συμμέτρως κατανεμόμενο,  σε 400 ευρώ μηνιαίως. Σημειώνεται δε ως προς την καταβολή των δόσεων της συζύγου, ότι αυτή δεν υπολογίζεται σύμφωνα με τον κανόνα της προσωπικής συνεισφοράς των συζύγων, κατά τα άρθρα  1389, 1390 ΑΚ, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν διαθέτει δικά της εισοδήματα , η δε δόση που ορίζεται με την παρούσα απόφαση κρίνεται ότι είναι εντός των οικονομικών της δυνατοτήτων, καθότι συνοικεί με το σύζυγό της και υπάρχουν κοινές βιοτικές δαπάνες και κοινή οικονομική διαχείριση. Άλλωστε και η ίδια η αιτούσα, καίτοι τα χρέη του κάθε οφειλέτη είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 προσωπικά και η ίδια εν προκειμένω δεν διαθέτει δικά της εισοδήματα, εντούτοις δεν προτείνει με την αίτησή της την καταβολή μηδενικών δόσεων, αλλά προτείνει την καταβολή ποσού 51,80 ευρώ, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι και η ίδια η αιτούσα συνομολογεί ότι το ποσό της δόσης που η ίδια πρότεινε να καταβάλει, θα καλυπτόταν από το εισόδημα του συζύγου της.

Α΄αίτηση (αρθ. έκθεσης κατάθεσης 216/12-08-2013

Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης, το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 272.962,22 ευρώ. Ειδικότερα σε κάθε Τράπεζα οφείλει τα εξής:

1) Στην «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» α) 2.671,85 ευρώ από πιστωτική κάρτα, β) 502,64 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο

2) Στην «ALPHA BANK» α) 426,31 ευρώ από πιστωτική κάρτα, β) 269.361,42 ευρώ από στεγαστικό δάνειο.

Η αιτούσα έχει ήδη καταβάλει στην πρώτη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή, το ποσό των 52,92 ευρώ (2,94 ευρώ η δόση που ορίστηκε με την αρχική απόφαση Χ 18 μήνες {από το Φεβρουάριο του 2012} και μένει υπόλοιπο 2.618,93 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή κατέβαλε ήδη το ποσό των 9,90 ευρώ και μένει υπόλοιπο 492,74 ευρώ. Στη δεύτερη πιστώτρια η αιτούσα έχει ήδη καταβάλει: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό των 8,46 ευρώ και μένει υπόλοιπο 417,85 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή κατέβαλε ήδη το ποσό των 5.328,72 ευρώ και μένει  υπόλοιπο 264.032,70 ευρώ. Για τη συμπλήρωση της τετραετίας απαιτούνται ακόμη 30 μήνες. Επομένως, σε κάθε μία από τις πιστώτριες αυτές αναλογεί από το ποσό των  100 ευρώ:

Στην πρώτη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό του 1,00 ευρώ.  Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών θα  έχει καταβάλει το ποσό των 30 ευρώ.  β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 0,18  ευρώ. Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών θα  έχει καταβάλει το ποσό των 5,40 ευρώ.  Στη δεύτερη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή ορίζεται μηδενική δόση, λόγω του πολύ χαμηλού ύψους της οφειλής, συναρτώμενο με την ορισθείσα από το δικαστήριο δόση, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 99,00  ευρώ. Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών η αιτούσα θα έχει καταβάλει το ποσό των 2.970 ευρώ

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 4ετίας, συνυπολογιζομένων των δόσεων που ήδη έχει καταβάλει και των όσων θα καταβάλει βάσει της μεταρρυθμιστικής απόφασης: η πρώτη πιστώτρια  για την πρώτη οφειλή θα έχει λάβει το ποσό των 82,92 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 2.588,93 ευρώ και για τη δεύτερη οφειλή θα έχει λάβει το ποσό των 15,30 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 487,34 ευρώ. Η δεύτερη πιστώτρια για την πρώτη οφειλή θα έχει λάβει το ποσό των 8,46 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 417,85 και για τη δεύτερη οφειλή θα έχει λάβει το ποσό των 8.298,72 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 261.062,70 ευρώ. Δηλαδή από τη συνολική οφειλή των 272.962,22 ευρώ, η αιτούσα θα καταβάλει 8.405,40 ευρώ. Μέρος του εναπομείναντος υπολοίπου θα ικανοποιηθεί και με την εκποίηση των ακινήτων και των ποσοστών συγκυριότητας της αιτούσας, όπως αυτά ορίστηκαν με την 12/2012 απόφαση.

Μετά τα παραπάνω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ`ουσίαν βάσιμη αφού η αιτούσα έχει προφανές έννομο συμφέρον και να μεταρρυθμιστεί η 12/2012 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου,  ώστε να ρυθμιστούν τα χρέη της με μηνιαίες καταβολές επί 30 μήνες (που εναπομένουν, έως τη συμπλήρωση των 48) προς τις πιστώτριες μετέχουσες τράπεζες, της μηνιαίας δόσης ρυθμιζομένης στο ποσό των 100 ευρώ ως εξής: Στην πρώτη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό του 1,00 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 0,18  ευρώ. Στη δεύτερη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή ορίζεται μηδενική δόση, λόγω του πολύ χαμηλού ύψους της οφειλής, συναρτώμενο με την ορισθείσα από το δικαστήριο δόση, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 99,00  ευρώ. Οι δόσεις θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενταημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της παρούσας απόφασης.

Β΄αίτηση (αρθ. έκθεσης κατάθεσης 217/12-08-2013)

Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης, το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντα ανέρχεται στο ποσό των 274.106,33 ευρώ. Ειδικότερα σε κάθε Τράπεζα οφείλει τα εξής:

1) Στην «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ»: α) από σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό  των 125.463,24 ευρώ, β) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 30.097,72 ευρώ

2) Στην «ALPHA BANK» α) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 34.917,86 ευρώ, β) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 2.788,56 ευρώ, γ) από πιστωτική κάρτα το ποσό των 529,39 ευρώ, δ) από πιστωτική κάρτα το ποσό των 1.078,33 ευρώ

3) Στη «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ»  από σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 72.465,67 ευρώ

4) Στην «ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ» από σύμβαση ανοιχτού δανείου το ποσό των 6.756,96 ευρώ

Ο αιτών έχει ήδη καταβάλει στην πρώτη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή, το ποσό των 10.908,72 ευρώ (606,04 ευρώ η δόση που ορίστηκε με την αρχική απόφαση Χ 18 μήνες {από το Φεβρουάριο του 2012} και μένει υπόλοιπο 114.554,52 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή κατέβαλε ήδη το ποσό των 2.216,84 ευρώ και μένει υπόλοιπο 27.880,88 ευρώ. Στη δεύτερη πιστώτρια η αιτούσα έχει ήδη καταβάλει: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό των 3.035,88 ευρώ και μένει υπόλοιπο 31.881,98 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή κατέβαλε ήδη το ποσό των 242,46 ευρώ και μένει  υπόλοιπο 2.546,10 ευρώ, γ) για την τρίτη  οφειλή κατέβαλε ήδη το ποσό των 46,08 ευρώ και μένει υπόλοιπο 483,91 ευρώ, δ) για την τέταρτη οφειλή κατέβαλε ήδη το ποσό των 93,78 ευρώ και μένει  υπόλοιπο 984,55 ευρώ. Στην τρίτη πιστώτρια κατέβαλε ήδη το ποσό των 6.300,72 ευρώ και μένει  υπόλοιπο 66.164,95 ευρώ. Στην τέταρτη πιστώτρια κατέβαλε ήδη το ποσό των 587,52 ευρώ και μένει  υπόλοιπο 6.169,44 ευρώ. Για τη συμπλήρωση της τετραετίας απαιτούνται ακόμη 30 μήνες. Επομένως, σε κάθε μία από τις πιστώτριες αυτές αναλογεί από το ποσό των  400 ευρώ:

Στην πρώτη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό των 182,48 ευρώ.  Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών θα  έχει καταβάλει το ποσό των 5.474,40 ευρώ,  β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 43,80 ευρώ. Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών θα  έχει καταβάλει το ποσό των 1.314 ευρώ.  Στη δεύτερη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό των 50,80 ευρώ. Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών θα  έχει καταβάλει το ποσό των 1.524 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 4,00 ευρώ. Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών η αιτούσα θα έχει καταβάλει το ποσό των 120,00 ευρώ, γ) για την τρίτη  οφειλή το ποσό των 0,80 ευρώ. Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών η αιτούσα θα έχει καταβάλει το ποσό των 24,00 ευρώ, δ) για την τέταρτη οφειλή το ποσό των 1,60 ευρώ. Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών η αιτούσα θα έχει καταβάλει το ποσό των 48,00 ευρώ. Στην τρίτη πιστώτρια: το ποσό των  5,90 ευρώ.  Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών θα  έχει καταβάλει το ποσό των 3.177 ευρώ.  Στην τέταρτη πιστώτρια: το ποσό των 10,12 ευρώ.  Μετά την παρέλευση των εναπομεινάντων 30 μηνών θα  έχει καταβάλει το ποσό των 303,60 ευρώ.  Οι δόσεις θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενταημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτόν της παρούσας απόφασης.

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 4ετίας, συνυπολογιζομένων των δόσεων που ήδη έχει καταβάλει και των όσων θα καταβάλει βάσει της μεταρρυθμιστικής απόφασης: η πρώτη πιστώτρια α) για την πρώτη οφειλή θα έχει λάβει το ποσό των 5.474,40 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 109.080,12  ευρώ β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 1.314 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 26.566,88 ευρώ.  Στη δεύτερη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό των 1.524 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 30.357,98 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 120 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 2.426,10 ευρώ, γ) για την τρίτη οφειλή το ποσό των 24 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 459,91 ευρώ, δ) για την τέταρτη οφειλή το ποσό των 48 ευρώ  και θα μείνει υπόλοιπο 936,55 ευρώ. Στην τρίτη πιστώτρια: το ποσό των  3.177 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 62.987,95  ευρώ. Στην τέταρτη πιστώτρια: το ποσό των 303,60 ευρώ και θα μείνει υπόλοιπο 5.865,84 ευρώ. Δηλαδή από τη συνολική οφειλή των 274. 106,33 ευρώ, ο αιτών θα καταβάλει 238.681,33  ευρώ.

Περαιτέρω και στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, ορίστηκαν με την υπ΄αρθ. 13/2012 απόφαση μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος (βλ. ανωτέρω), υποχρεώνοντας αυτόν να καταβάλει το ποσό των 72.250 ευρώ (85% της εμπορικής αξίας). Η κατά τα παραπάνω τροποποίηση της ρύθμισης για καταβολές επί τετραετία της υπ΄αρθ. 13/2012 απόφασης, καθώς και η ανάγκη ρύθμισης των μηνιαίων καταβολών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας (βλ. τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας), ήτοι 89.100 ευρώ αντικειμενική αξία (ΦΑΠ 2013) Χ 80% αντικειμενικής αξίας = 71.280 ευρώ, επιδρούν στη ρύθμιση της ίδιας απόφασης για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, η οποία θα πρέπει να τροποποιηθεί κατ΄ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 758 ΚΠολΔ, της οποίας συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, προέκυψαν νέα γεγονότα και πραγματικές μεταβολές που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της 13/2012 απόφασης και ειδικότερα σημαντική μείωση του εισοδήματος του αιτούντος, που οδήγησε σε μεταρρύθμιση της απόφασης ως προς τη ρύθμιση για καταβολές επί τετραετία, η τροποποίηση της οποίας διαφοροποιεί τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η απόφαση ως προς τη ρύθμιση για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, αφού υποχρεούται να καταβάλει το ποσό των 71.280 ευρώ, της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (βλ. ανωτέρω), στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωσή του.

Με βάση τα προλεχθέντα η τροποποίηση της ρύθμισης για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος θα αφορά κατ΄αρχάς το ποσό των μηνιαίων καταβολών, οι οποίες και κατ΄ελάχιστο θα μειωθούν.  Περαιτέρω η τροποποίηση αφορά στην έναρξη καταβολής των μηνιαίων δόσεων, η οποία ορίζεται να ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα, μετά την παρέλευση 30 μηνών από τη δημοσίευση της υπό μεταρρύθμιση απόφασης και θα γίνεται εντός του πρώτου πενταημέρου εκάστου μηνός τροποποιώντας στο σημείο αυτό την 13/2012 απόφαση, η οποία όριζε ότι οι καταβολές θα ξεκινούσαν την 1η ημέρα του πρώτου μήνα δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης, επιμηκύνοντας έτσι την περίοδο χάριτος στα 4 έτη, ούτως ώστε να μην συμπέσουν χρονικά οι δόσεις της 4ετούς ρύθμισης με αυτές για τη διάσωση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντα. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 371,25 ευρώ, δηλαδή 71.280  ευρώ (80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου) : 192 μήνες (16 χρόνια Χ 12). Η καταβολή των μηνιαίων δόσεων θα ξεκινήσει την 1ηημέρα του πρώτου μήνα μετά την παρέλευση 48 μηνών από τη δημοσίευση της 13/2012 απόφασης και θα γίνεται χωρία ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως όριζε η ανωτέρω απόφαση. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, θα ικανοποιηθεί προνομιακά η απαίτηση της πρώτης πιστώτριας που είναι  εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου της κατοικίας (βλ. την 13/2012 απόφαση).

Στην απόφαση αυτή δεν απαιτείται να προσδοθεί αναδρομική ισχύς από την υποβολή της αίτησης μεταρρύθμισης, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος των αιτήσεων, μετά από στάθμιση των περιστάσεων των υπό κρίση περιπτώσεων και των συμφερόντων των αιτούντων που δεν βλάπτονται ανεπανόρθωτα. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.6 του Ν.3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις και ειδικότερα α) την 19-07-2013 (αριθμ εκθ.καταθ. 216/12-08-2013)  αίτηση αντιμωλία των διαδίκων, με την β) από την από 19-07-2013 (αριθ. εκθ.καταθ. 217/12-08-2013)  αίτηση, αντιμωλία των διαδίκων.

 

Επί της από 19-07-2013 (αριθμ εκθ.καταθ. 216/12-08-2013)  αίτησης.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την Α΄ αίτηση (αρ. εκθ. κατ.216/2013).

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΖΕΙ την με αριθμ. 12/2012 οριστική απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού αναφορικά με την αιτούσα και

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές προς του μετέχοντες πιστωτές επί 30 μήνες, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενταημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της παρούσας απόφασης, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατανεμομένου συμμέτρως ως εξής: Στην πρώτη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό του 1,00 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 0,18  ευρώ. Στη δεύτερη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή ορίζεται μηδενική δόση, λόγω του πολύ χαμηλού ύψους της οφειλής, συναρτώμενο με την ορισθείσα από το δικαστήριο δόση, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 99,00  ευρώ.

 

Επί της από  19-07-2013  (αριθμ εκθ.καταθ. 217/12-8-2013) αίτησης.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την Β΄ αίτηση (αρ. εκθ. κατ. 217/2013).

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΖΕΙ την με αριθμ. 13/2012 οριστική απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού αναφορικά με τον αιτούντα και

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της του αιτούντα με μηνιαίες καταβολές προς τους μετέχοντες πιστωτές επί 30 μήνες, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενταημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτόν της παρούσας απόφασης, συνολικού ποσού 400 ευρώ κατανεμομένου συμμέτρως ως εξής: Στην πρώτη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό των 182,48 ευρώ,  β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 43,80 ευρώ, Στη δεύτερη πιστώτρια: α) για την πρώτη οφειλή το ποσό των 50,80 ευρώ, β) για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 4,00 ευρώ, γ) για την τρίτη  οφειλή το ποσό των 0,80 ευρώ, δ) για την τέταρτη οφειλή το ποσό των 1,60 ευρώ. Στην τρίτη πιστώτρια: το ποσό των  5,90 ευρώ, Στην τέταρτη πιστώτρια: το ποσό των 10,12 ευρώ

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση ένα  διαμέρισμα πλήρους κυριότητας του αιτούντα, εμβαδού  99τμ, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας στην Αλεξανδρούπολη με την καταβολή στην πρώτη πιστώτρια του ποσού των 371,25 ευρώ μηνιαίως. Η καταβολή των μηνιαίων δόσεων θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα μετά την παρέλευση 48 μηνών από τη δημοσίευση της 13/2012 απόφασης και θα γίνεται εντός του πρώτου πενταημέρου εκάστου μηνός.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη σημείωση της παρούσας μεταρρυθμιστικής απόφασης στο περιθώριο των μεταρρυθμιζόμενων με επιμέλεια της γραμματείας του. Δικαστηρίου τούτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 27  Δεκεμβρίου 2013 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 19/2014

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

                    Εκουσία Δικαιοδοσία (Ν. 3869/2010, 4161/2013)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από την Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Ευαγγελία Κοντογεώργου, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και  του Γραμματέα Δημητρίου Μερκούρη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ  δημόσια στο ακροατήριο του την 03η Δεκεμβρίου  2013,  για να δικάσει την  παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΑ : Σ. Β., κατοίκου Αλεξανδρούπολης, επί της οδού  Λεοφώρου Δημοκρατίας, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ζαμπούκη.

ΤΩΝ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Όθωνος 8 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Βικτωρίας Κοτίνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «MARFIN EGNATIA BANK AE» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Θησέως αριθμός 147 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πέτρου Αλεπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Ο αιτών με την από 03-08-2011 αίτησή του που απευθύνεται  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Για τη συζήτηση της παραπάνω  αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθμό 50/2011 πράξη, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 22 παρ.5 του Ν.3994/2011, «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει … τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση…να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθ.741 του του ΚΠολΔ ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση στο  ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠοΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36/1601, ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΝΟΜΟΣ και ενδεικτικά ΕιρΚορίνθου 121/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση  (άρθ. 238 και 256 του ΚΠολΔ) αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να προκαλείται μεταβολή της αιτήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή θα πρέπει να γίνεται με   την   άδεια   του δικαστή   κατά  το   μέτρο   που  η  μεταβολή δεν βλάπτει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στη δίκη ή τρίτων. Άλλωστε στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς, ο σκοπός  της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ.Εφ.ΑΘ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ.Μπέη Πολ.Δ.άρθρο 758 παρ.3 αρ. 16 σελ.326 και 330 και Ειρ.Πατρών 25/2013, Ειρ.Κορινθ. 121/2012, ΕιρΚαβ. 161/2012, Ειρ.Λαυρ. 193/2012 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υποθέσεως στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στη λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης, είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 του ΚΠολΔ). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλούν το απαράδεκτο της αιτήσεως. Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ` άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι  το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (βλ. ενδεικτικά  ΕιρΚαβάλας 161/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επιπλέον, ο Ν. 3869/2010 έχει ως σκοπό να διευκολύνει την έστω και μερική εξόφληση των χρεών, στην οποία δεν θα μπορούσαν να προβούν οι οφειλέτες χωρίς τη ρύθμιση, όπως και να τους ανακουφίσει κατά το δυνατόν από τη διαρκή πίεση των ατομικών καταδιώξεων. Δεν περιλαμβάνεται όμως στις επιδιώξεις του νομοθέτη η απαλλαγή από χρέη ή από υπόλοιπα τους, όταν είναι δυνατή ή σε όποιο βαθμό είναι δυνατή η ικανοποίησή τους βάσει της υπάρχουσας περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη. Αυτός είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένος να εξυπηρετήσει τις οφειλές του και με τα εισοδήματα από την εργασία του, αλλά και με την περιουσία του. Το δικαστήριο δε, εάν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης, λαμβάνει υπόψη του, για τη μορφή της ρύθμισης που θα διατάξει, όλα τα υποβαλλόμενα ενώπιον του στοιχεία και πρέπει βάσει των διατάξεων του νόμου: α) Να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του οφειλέτη επί μία τετραετία, ώστε να επέλθει από αυτή την πηγή, μερική τουλάχιστον, εξόφληση των χρεών του, αν αυτός δεν έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία, β) Να διατάξει την εκποίηση της τυχόν υφιστάμενης ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη διορίζοντας και εκκαθαριστή, και τέλος γ) να προβεί σε περαιτέρω ρύθμιση σταδιακών καταβολών του οφειλέτη προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση ακίνητο που χρησιμεύει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία του. Οι τρεις προαναφερόμενες ρυθμίσεις δεν αποκλείουν η μία την άλλη και συχνά θα πρέπει να διαταχθούν σωρευτικώς. (Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν./64-Ανάτυπο σελ. 1486). Επομένως, οι επιμέρους δυνατότητες ρυθμίσεων που προσδιορίζονται από το νόμο και ο τρόπος με τον οποίο θα τα καθορίσει το Δικαστήριο συμπλέκονται μεταξύ τους.

Ακολούθως σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 Ν. 3869/2010, δεν αποκλείεται η εμφάνιση στην πράξη ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού. Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας ή άλλου μέλους της οικογένειας του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη βιοτικών στοιχειωδών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν τηρείται ο κανόνας που επιβάλλεται με την παρ. 2 αλλά επιτρέπεται στο δικαστήριο να καθορίζει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμη καταβολές κατά τη διατύπωση του νόμου (αρθρ. 8 παρ. 5). Επισημαίνεται ότι ο δικαστής κατά το ανακριτικό σύστημα δεν περιορίζεται από το αίτημα περί δικαστικής ρύθμισης και το σχέδιο αποπληρωμής που προτείνει ο οφειλέτης. Συνεπώς, αν αξιολογήσει την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη ως τέτοια που επιβάλλει μικρές ή μηδενικές καταβολές, τότε θα το αποφασίσει ακόμα και αυτεπαγγέλτως, χωρίς την ανάγκη σχετικού αιτήματος του οφειλέτη (ΕιρΝίκαιας 39/2012 ΝοΒ 2012 σελ. 1444, Βενιέρης, Κατσάς Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, 2η εκδ. 395).  Το δικαστήριο προβαίνοντας σε εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, ορίζει με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Στη νέα αυτή δικάσιμο είτε επαναλαμβάνει την προηγούμενη απόφαση του είτε προσδιορίζει εκ νέου καταβολές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αν συντρέχει περίπτωση. Για τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι (οφειλέτης – πιστωτές), ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια (βλ. Αθανάσιο Κρητικό, ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο. 138-139, ΕιρΛαρ 106/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή από τη διάταξη της  παρ. 5 του άρθρου 8 του νόμου προκύπτει ότι με τον καθορισμό μηδενικών καταβολών από το δικαστήριο δεν εκκαθαρίζεται «οριστικά» το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένεται η παρέλευση του ταχθέντος από το δικαστήριο διαστήματος  και έλεγχος μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάζουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματα του, που θα δικαιολογήσουν νέο προσδιορισμό των καταβολών. Η αναβολή αυτή και ο ορισμός με την ίδια απόφαση νέας δικάσιμου, δίνει εν τέλει στην εκδιδομένη απόφαση το χαρακτήρα της εν μέρει οριστικής απόφασης, με προσωρινή ισχύ, αφού η έκδοση της οριστικής αποφάσεως, θα είναι αυτή που θα αποφανθεί τελικώς για την οριστική ρύθμιση των χρεών (ΕιρΘεσ 8021/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως το Δικαστήριο σταθμίζοντας τις συνθήκες στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 8 ν.3869/2010, αλλά και μέσα στο πνεύμα του νόμου μη εκκαθαρίζοντας «οριστικά» το θέμα της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένοντας την παρέλευση (μέχρι) και πέντε ετών ελέγχει μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάζουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματα του, με την ανεύρεση της «κατάλληλης» εργασίας που θα δώσει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να  ικανοποιήσει ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες τους πιστωτές του.  Ο νόμος όμως, δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκκαθαρίσει και εξ αρχής το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη, χωρίς  ορισμό νέας δικασίμου για επανααξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων του (του οφειλέτη). Τούτο προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 8 παρ. 5, όπου και αναφέρεται οτι το δικαστήριο “μπορεί με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών”. Συνεπώς, ο ορισμός νέας δικασίμου αποτελεί για το δικαστήριο δυνητική επιλογή και δεν εισάγεται ως αναγκαστική επιταγή εκ του νόμου. Εφαρμογή της δυνατότητας αυτής υπάρχει, όταν εξ αρχής, από την πρώτη κρίση  της επίδικης αίτησης ρύθμισης των οφειλών, αποδεικνύεται οτι είτε τα προβλήματα υγείας που ενυπάρχουν στον αιτούντα, είτε η οικονομική δυσπραγία στην οποία περιήλθε είναι καταστάσεις, σε ποσοστό σχεδόν βεβαιότητας, μη αναστρέψιμες και συνεπώς ο ορισμός νέας δικασίμου θα απέβαινε μια παρελκυστική τακτική, η οποία αφενός μεν θα επιβάρυνε το δικαστικό φόρτο, αφετέρου θα κρατούσε τον οφειλέτη δέσμιο της αναμονής της νέας δικασίμου, η οποία πολλές φορές προσδιορίζεται ακόμη και μετά από ένα έτος μετά την έκδοση της πρώτης απόφασης, λόγω του μεγάλου όγκου των υποθέσεων. Σε κάθε όμως περίπτωση, η διάταξη αυτή αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο και η εφαρμογή της δέον να γίνεται με περισσή φειδώ και κατόπιν συνετής στάθμισης και αυστηρής αξιολόγησης της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης του αιτούντα.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι η αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης και γενικής (όχι απλής) αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντα φυσικού προσώπου, 2) της κατάσταση της περιουσίας του, 3) της κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου  διευθέτησης των οφειλών της και 5) αιτήματος ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή της (Αθ. Κρητικός έκδοση 2010 ερμ. Ν.3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμ. 64 Ανάτυπο σελ. 1477), παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτή αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος της διαδικασίας και τα, δημόσιας εμβέλειας, συμφέροντα που εξυπηρετεί, την ελαστικότητα των κανόνων που τη διακρίνει (όπως η δυνατότητα μεταβολής του αιτήματος, αλλά και τη συμπλήρωσή του με τις προτάσεις ή και προφορικά ενώπιον του Ειρηνοδικείου, η εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος άρθρα115 παρ. 3, 751, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ) πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος δεν απαιτείται και μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, αρκεί να αναφέρονται με σαφήνεια, το οποίο θα εκτιμηθεί με ευρύτερη θεώρηση, αλλά και να συμπληρωθούν προς αποφυγή της πραγματικής αοριστίας (ΑΠ 173/1981 ΑρχΝ 32.258 και 1293/1993 Δνη 35.140). Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτήσεως δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του, το οποίο και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά στοιχεία, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1493 ΑΚ, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και του γεγονότος ότι  ο Ν. 3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ενδεικτικά ΕιρΚαλύμνου 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αρκεί συνεπώς η ακριβής περιγραφή της οικογενειακής και περιουσιακής  κατάστασης του αιτούντα, όπως και το συνολικό ύψος των βιοτικών του αναγκών, καθώς και αν αυτές αφορούν σε προστατευόμενα μέλη και ποια είναι αυτά (ανεξάρτητα από την αποδοχή του ισχυρισμού) Εξάλλου, η τυχόν παράθεση από τον αιτούντα οποιουδήποτε ποσού για την κάλυψη της τάδε ή της δείνα βιοτικής ανάγκης θα είχε το χαρακτήρα αβεβαιότητας, αφού δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες, λόγω των απρόβλεπτων περιστάσεων. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του αιτούντα και τις συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης περί της μονιμότητας στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία συντελέστηκε χωρίς δολιότητα του οφειλέτη και θα εξεταστούν στην οικία θέση.

Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίστηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία  Τράπεζα Πειραιώς, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αμερικής αριθμός 4 και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία  άσκησε κύρια παρέμβαση, καθότι σύμφωνα με την υπ΄αρθ. 66/3/26.3.2013 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, του υπ΄αρθ. 97/26.3.2013 Διατάγματος της Κεντρικής τράπεζας της Κύπρου, το οποίο δημοσιεύτηκε στο υπ΄αρθ. 4640/26.3.2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την από 26.3.2013 σύμβαση, κατέστη ειδική διάδοχος των εννόμων σχέσεων που απορρέουν από τις υπ΄αρθ. ΜG816200120 και 4020903437631016 συμβάσεις, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στην «Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.» από την Κυπριακή Δημόσια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD» που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου (Λεωφ. Λεμεσού 154) και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η Τράπεζα με την επωνυμία «MARFIN POULAR BANK PUBLIC CO LTD», ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «MARFIN  ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Η εν λόγω παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠτΚ, που πρέπει να εφαρμοσθεί κατ’ άρθρο 15 του Ν. 3869/2010, κατά παράκαμψη της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 752 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Π. Αρβανιτάκης, Η Εκούσια Δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, Γ, Ευστρατιάδης : «Ν.3869/2010 Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», σελ. 7, σε σεμινάριο επιμορφώσεως Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή δικαστικών Λειτουργών) με προφορική δήλωση τουπληρεξουσίου   δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 79 και 741 ΚΠολΔ, καθόσον είναι πρόδηλο το επικαλούμενο έννομο συμφέρον της κυρίως παρεμβαίνουσας, λόγω του ότι οι επίδικες απαιτήσεις της δεύτερης μετέχουσας, περιήλθαν ήδη στην κυρίως παρεμβαίνουσα ως καθολικής διαδόχου. Κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την υπό κρίση αίτηση, διότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, κατ’  άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην εκούσια δικαιοδοσία κατά το άρθρο 741 του ιδίου Κώδικα, από το παρόν αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο Δικαστήριο, λόγω της προδήλου με την κρινομένη αίτηση συνάφειας (άρθρο 31 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αίτησή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις,  ο αιτών επικαλούμενος ότι έχει έλλειψη πτωχευτικής ικανότητος εκθέτει ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημά του, έχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητεί, α) να γίνει δεκτή η αίτησή του για τη ρύθμιση των οφειλών του, με καταβολή μηδενικών δόσεων επί τετραετία, β) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή να τροποποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 7 του Ν.3869/10, με τη συγκατάθεση όλων των πιστωτών ώστε να αποκτήσει το σχέδιο ισχύ δικαστικού συμβιβασμού γ) και επικουρικά  σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, με μηδενική υποχρέωση καταβολής στους πιστωτές του, δ) να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης των οφειλών του θα απαλλαχθεί από τα χρέη του προς τους πιστωτές του, ε) να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπο εισάγεται να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, (περίοδος 1η, άρθ.3 Ν του 3869/2010), κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθ. 1 περ.β του ΚΠολΔ σε συνδ με περίοδο 2η, άρθ. 3 του Ν.3869/2010 και αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη, περιέχουσα όλα τα κατά νόμω απαιτούμενα στοιχεία, ενώ σαφώς περιλαμβάνει και σχέδιο ρύθμισης των οφειλών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης, απορριπτομένων των σχετικών ενστάσεων των μετεχουσών πιστωτών, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος α) να επικυρωθεί ή τροποποιηθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ` άρθ. 7 του Ν. 3869/2010 το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ` άρθ. 7 του Ν.3869/2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ.1 του Ν.3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση (Ειρ Κορίνθου 89/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαχθεί από τα χρέη του, το οποίο είναι απαράδεκτο, αφού η αιτούμενη αναγνώριση δεν αποτελεί υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας κατ`άρθ. 739 του ΚΠολΔ ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία. Πάντως το αίτημα να απαλλαχθεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης (και όχι η αιτουμένη αναγνώριση) από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ` άρθ.11 παρ.1 του Ν 3869/2010 συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ. 4 παρ.1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην παρ.3 του άρθ.11 του Ν 3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών». Ως προς το αίτημα του αιτούντα περί της καταβολής μηδενικών δόσεων προς τους πιστωτές του για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, επισημαίνεται οτι οι τροποποιήσεις του Ν. 4161/2013, πλην όσων ορίζονται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 19 Ν. 4161/2013, ισχύουν κατά το άρθρο 24 Ν. 4161/2013 άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις. Συνεπώς, ως προς το χρονικό διάστημα αποπληρωμής, ανεξάρτητα εάν αποφασίσει το δικαστήριο την καταβολή μηδενικών δόσεων, αυτό ορίζεται πλέον από τρία έως πέντε έτη, διότι οι νέες ρυθμίσεις του άρθρου 8 παρ. 2, όπως το εδ. α΄ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4161/2013 από 14-06-2013, ισχύουν και για τις αιτήσεις που εκκρεμούσαν πριν την τροποποίηση του Ν. 3869/2010 (ήτοι ορίζεται υποχρέωση μηνιαίας καταβολής για τον οφειλέτη για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών). Περαιτέρω για το  παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε η επιβαλλόμενη προδικασία των αρθ. 2, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 και προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα έγγραφα, κατά τα οριζόμενα στην παρ.2 , του αρθ. 4 του Ν.3869/2010, ειδικότερα 1) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 παρ 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, σύμφωνα με την από 30-07-2011 βεβαίωση του διαμεσολαβούντα δικηγόρου Αλεξανδρούπολης Ιωάννη Ζαμπούκη, η οποία εμπρόθεσμα κατατέθηκε (άρθ. 4 παρ.2, περ.α του Ν.3869/2010) στην γραμματεία του Δικαστηρίου (11-08-2011), 2)  η ένδικη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού μετά την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σε αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν. 3869/20102),  3) εμπρόθεσμα, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου  (11-08-2011) η υπεύθυνη δήλωση του αιτούντα (αρθ. 4 παρ. 2, περ.β του Ν.3869/2010), αφενός για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας, των εισοδημάτων του, των πιστωτών και των απαιτήσεων του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 4) απέτυχε ο κατ` άρθ, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (βλ. έγγραφες παρατηρήσεις – αντιρρήσεις των καθ΄ών), 5) Επίσης δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 ιδίου ως άνω νόμου (βλ. σχετική βεβαίωση του  Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών υπ’ αριθμ. πρωτ.  287γ/24-02-2014 και την υπ΄αριθμ. πρωτ.109α/2014 βεβαίωση του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης). Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5,6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντα στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του (βλ. επ΄ αυτού κατωτέρω). Επομένως πρέπει κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη  να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πιστωτών του αιτούντα που παραστάθηκαν στην δίκη,  αρνούνται την ένδικη αίτηση και προβάλλουν, τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά όσο και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατιθέμενες προτάσεις τους, εκτός από τους ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας και θα εξετασθούν εν συνεχεία,  τις ακόλουθες ενστάσεις :

Η πρώτη μετέχουσα «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» προβάλλει την ένσταση α)  καταχρηστικότητας, διότι ο αιτών επιδιώκει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, προτείνοντας μάλιστα την καταβολή δόσεων πολύ μικρού ύψους, μολονότι έχει περιέλθει σε δόλια αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, επιδιώκοντας κατά τον τρόπο αυτό να καταστρατηγήσει τις διατάξεις του ως άνω νόμου. Η ένσταση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401, ΕφΘρ 221/2000, DIGESTA 2003,36). Κατά δε το μέρος που αφορά τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.

Η κυρίως παρεμβαίνουσα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» προβάλλει την ένσταση  της δόλιας περιέλευσης του αιτούντα σε μόνιμη κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός της ενιστάμενης τράπεζας, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και, ως εκ τούτου, ως νόμω αβάσιμος διότι, ακόμη και αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, συντρέχει συνυπαιτιότητα και του ιδίου του τραπεζικού ιδρύματος ως προς την χρηματοδότηση του αιτούντα καθώς αυτό, επιδεικνύοντας το ίδιο βαρεία αμέλεια, δεν εξακρίβωσε την τυχόν επιπρόσθετη δανειακή επιβάρυνση της τελευταίας σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα – μολονότι ήταν σε θέση και μπορούσε εύκολα με τη συνδρομή της υπάρχουσας τεχνολογίας (ηλεκτρονικά συστήματα βάσεων δεδομένων «.ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ», «ΔΙΑΣ», κ.λ.π. ) ( βλ. σχετικά μεταξύ πολλών τις ΕιρΑΘ 143/2011, ΕιρΑΘ 102/2011, ΕιρΑΘ 61/2011, ΕιρΧαλανδρ 4/2011, ΕιρΧαλανδρ 11/2011, ΕιρΘεσ 5182/2011 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 15/2011 ΕφΑΔ 2011.677, ΕιρΠατρών 89/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, 1, Βενιέρη – Θ. Κατσά Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα 2011 σελ. 69επ. ) – ενώ ουδόλως πρέπει να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία και σχεδόν επέβαλλε στους καταναλωτές την λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών (ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τους ανωτέρω λόγους άλλωστε, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν στον λεγόμενο «…υπεύθυνο δανεισμό…», ο οποίος έχει πλέον θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΛ Ζ1-699/ΦΕΚ Β` 917/2010 «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την Κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ. L 133 της 22.5.2008» των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. σχετικά Λειβαδά Το νέο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη 2008, Περάκη Η αρχή του υπεύθυνου δανεισμού και η πρόσφατη κοινοτική Οδηγία για την καταναλωτική πίστη σε ΧρηΔικ 2009.352επ., Τασίκα Εκφάνσεις της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού στην καταναλωτική πίστη., η παροχή επαρκών εξηγήσεων στον καταναλωτή και η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας σε ΕπισκΕΔ 2011.337επ., Πελλένη Παπαγεωργίου Η νέα Οδηγία 2008/48/ΕΚ για τις καταναλωτικές συμβάσεις σε ΝοΒ 2010.275επ.), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και κατά κοινοτική πλέον επιταγή, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και ως εκ τούτου υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του. Αν επομένως δεν το πράξουν αυτό, τότε, όχι μόνο δεν δύνανται να αρνηθούν την υπαγωγή του ανωτέρω οφειλέτη τους στην εφαρμογή του ν.3869/2010 (όπως δηλαδή νομικά αβάσιμα στην προκείμενη περίπτωση επιχειρεί η τέταρτη των καθ` ων τη αίτηση προβάλλοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό), αλλά αντίθετα, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω ΚΥΑ, ο τελευταίος, (οφειλέτης) απαλλάσσεται από το κόστος της χορηγηθείσας πίστωσης περιλαμβανομένων των τόκων και έχει την υποχρέωση να καταβάλει μόνο το ποσό του κεφαλαίου σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στη σύμβαση πίστωσης δόσεις (βλ. Ι. Βενιέρη – Θ. Κατσά ό.π. σελ. 73 και άρθρο 8 παρ.-3 της ανωτέρω ΚΥΑ). Συνεπώς σε τέτοιες περιπτώσεις και όταν πρόκειται για τραπεζικά ιδρύματα, αναγνωρίζεται πλέον ένα είδος συνευθύνης και συνυπαιτιότητας των δανειστών καθόσον δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές (βλ. σχετικά ΕιρΘηβών 2/2011 ΤΝ ΝΟΜΟΣ). Δολιότητα, επομένως, θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά και μόνο τις ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΝοΒ 2012.563, ΕιρΜουδ 2/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλμωπ 60/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πραγματικά γεγονότα όμως που ουδόλως προβάλλονται από την ενιστάμενη των καθ` ων η κρινόμενη αίτηση στην προκείμενη περίπτωση. Επιπλέον τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με την υποχρέωση περί «…υπεύθυνου δανεισμού…» που θεσμοθετήθηκε πλέον νομοθετικά και στη χώρα μας με το άρθρο 8 της αμέσως ανωτέρω αναφερόμενης ΚΥΑ ( Ζ1-699/ΦΕΚ B 917/2010), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνη δανεισμό των οφειλετών τους και, ως εκ τούτου, υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του, αν δε διαπιστώσουν ότι αυτό δεν συμβαίνει, θα πρέπει να απέχουν από το δανεισμό ακόμη και σε βάρος των οικονομικών τους συμφερόντων (να μην καταρτίσουν τη σύμβαση) εφόσον αυτό προβλέπεται πλέον από το νόμο και η συμπεριφορά αυτή συμβάλει στην παγίωση της ασφάλειας στις συναλλαγές (μη επισφάλεια των χορηγούμενων πιστώσεων) και στην προστασία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών που προσφεύγουν στον συνεχή τραπεζικό δανεισμό προφανώς για να αντιμετωπίσουν επείγουσες και ανεπίδεκτες αναβολής οικονομικές τους ανάγκες χωρίς την απαραίτητη προς τούτο προηγούμενη και νηφάλια ώριμη σκέψη ως προς τις μελλοντικές αρνητικές επιπτώσεις, ήτοι σε πλήρη αντίθεση με τα αντισυμβαλλόμενα αυτών πιστωτικά ιδρύματα.   Εξάλλου, σκοπός του ν. 3869/2010, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, είναι να δοθεί η δυνατότητα στους υπερχρεωμένους πολίτες να αποκτήσουν εκ νέου την αγοραστική τους δύναμη και να επανενταχθούν στο οικονομικό και καταναλωτικό περιβάλλον. Επιπλέον, η οποιαδήποτε πρόταση από τον αιτούντα για την αποπληρωμή των χρεών του στα πλαίσια του εφαρμοζομένου νόμου, η οποία ενδεχομένως να περιλαμβάνει πολλές δόσεις, με μικρό ποσό κάθε δόσης ή ακόμη και πρόταση καταβολής μηδενικών δόσεων δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, το οποίο για τον τελικό καθορισμό των καταβλητέων δόσεων, συνεκτιμά τις συνθήκες και τις ανάγκες διαβίωσης του αιτούντα, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του αιτούντα, η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και της οποίας η κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν  και επικαλούνται οι αιτούντες,  καθώς και οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Β, Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρ. 759 αριθ, 5, Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129) από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την έπ` ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Ο αιτών είναι γεννημένος το έτος 1984, τα τελευταία δε τρία έτη είναι άνεργος και τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων οικονομικών ετών είναι μηδενικά (βλ. επικαλούμενα και προσκομιζόμενα). Η μη απασχόλησή του δεν οφείλεται σε οκνηρία του ή σε μη δυνατότητα εξεύρεσης εργασίας, αλλά στην ψυχική ασθένεια από την οποία νοσεί. Ειδικότερα πάσχει από ψυχωσική συνδρομή σε έδαφος διαταραχής προσωπικότητας τουλάχιστον από εξαετίας. Η ασθένειά του αυτή, όπως και κάθε ψυχική ασθένεια χρόνιας μορφής, δεν είναι ποτέ πλήρως ιάσιμη, αλλά τελεί πάντα υπό τον κίνδυνο υποτροπής. Ο ίδιος ο αιτών τελεί σε καθεστώς εναλλαγής εξάρσεων και υφέσεων, τα τελευταία δε τρία έτη τελεί σε καθεστώς έξαρσης. Έκανε απόπειρες  αυτοκτονίας τον 9/2006, το 10/2006, τον 07/2011, τον 05/2012 με υπερβολική λήψη φαρμακευτικών ουσιών και τον 07/2013, ακουμπώντας μία μεγάλη σιδηρόβεργα στα καλώδια της ΔΕΗ,  βλ. ιατρικές βεβαιώσεις και κατάθεση μάρτυρα). Ήδη δε υπάρχει η σκέψη να τεθεί αυτός σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης (βλ. κατάθεση μάρτυρα, η οποία είναι αδελφή του). Ο αιτών εχει κριθεί ανάπηρος σε ποσοστό 67% (βλ. επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ αρθ. 619/28-05-2009 και 814/19-07-2010 ιατρικές γνωματεύσεις της α΄ βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αλεξανδρούπολης) και μέχρι πρότινος  ελάμβανε προνοιακό επίδομα 625 ευρώ διμηνιαίως, ήτοι 312,50 ευρώ. Επίσης είναι εγγεγραμένος από 02-05-2011 στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ (βλ. προσκομιζόμενη κάρτα ανεργίας). Η γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής με την οποία κρίθηκε ανάπηρος,  ισχύει επί τριετία και ήδη έληξε το μήνα Οκτώβριο του έτους  2013. Πλέον, θα πρέπει να πιστοποιηθεί εκ νέου η αναπηρία του και ανάλογα με το ποσοσό που θα λάβει, θα εξαρτηθεί  και το εάν θα εξακολουθήσει να λαμβάνει προνοιακό επίδομα. Ο αιτών συνοικεί με τη μητέρα του, σε διαμέρισμα στην Αλεξανδρούπολη, το οποίο αυτή έχει αποκτήσει με δάνειο. Η μητέρα του πάσχει από μανιοκατάθλιψη (βλ. προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις) και ελάμβανε μέχρι πρότινοςπρονοιακό επίδομα 312,50 ευρώ, του οποίου η καταβολή έχει σταματήσει, διότι κατά την επανααξιολόγηση της αναπηρίας της, αυτή κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 50%.

Επομένως προκύπτει ότι ο αιτών, εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και των μειωμένων εισοδημάτων του (ελάμβανε μέχρι το 10/2012 μόνον ένα προνοιακό επίδομα ύψους 312,50 ευρώ, του οποίου πλέον η καταβολή σταμάτησε), καθώς και της αδυναμίας του, λόγω της προπεριγραφείσας κατάστασης της υγείας του να απασχοληθεί σε κάποια εργασία από την οποία τα χρήματα που αποκερδαίνει να είναι αρκετά για να καλύπτουν τις βασικές βιοτικές του δαπάνες, καθώς και τις οφειλές του προς τις τράπεζες, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα δάνειά του προς τις καθ΄ών.  Έως και πριν την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης του, στην αποπληρωμή των οφειλών του τον βοηθούσε η μητέρα του και η αδερφή του (βλ. κατάθεση μάρτυρα). Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι  ο αιτών,  εκτός από την εξυπηρέτηση των ίδιων μηνιαίων  δαπανών για  ένδυση, διατροφή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, συνεισφέρει επίσης στις δαπάνεςδιατροφής, θέρμανσης, καταβολής λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας,  για την κατοικία της μητέρας του από την οποία και φιλοξενείται και η οποία ήδη έχει απωλέσει το εισόδημά της, το οποίο συνίστατο στη λήψη προνοιακού επιδόματος 312,50 ευρώ μηναίως, το στοιχειώδες μηνιαίο κόστος διαβίωσής του, ανέρχεται στο ποσό των  450 ευρώ. Επισημαίνεται ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή  δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσής της αιτούσας (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ.,  existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή του αιτούντα στην οικονομική και κοινωνική ζωή δια της υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής του αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς του στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από ο νόμο χρονικό διάστημα των  τριών έως πέντε ετών.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως (γεγονός που δεν αμφισβητούν οι καθ΄ων με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας τους κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261 ΚΠλΔ) ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης εξαιρουμένων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Συγκεκριμένα ο αιτών οφείλει το συνολικό ποσό των  44.627,37 ευρώ σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Ειδικότερα οφείλει (όλα τα προαναφερόμενα ποσά προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις γνωστοποιήσεως των οφειλών της αιτούσας από τις Τράπεζες):

1) προς την Τράπεζα Eurobank : α) από τη με αριθμό 2067975792 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 26.652,80 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, β) από τη με αριθμό 4134920165514878 σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 394,23 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους.

2)  προς την Marfin Egnatia Bank: α) από τη με αριθμό MG0816200120 σύμβαση το ποσό των 14.015,77 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, β) από τη με αριθμό 4020903437631016 σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 2.448,26 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο αιτών, όπως αυτή περιγράφεται ως άνω, καθώς αυτός αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας από πολύ μικρή ηλικία, τα οποία μείωσαν την ικανότητα συνετών νοητικών λειτουργιών και σε περιόδους έξαρσης τον οδήγησαν σε υπερεκτίμηση των οικονομικών του δυνατοτήτων, τον ανάγκασαν να προσφύγει στο συνεχή δανεισμό προκειμένου να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες βιοτικές ανάγκες του και τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τους καθ’ ων. Κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων, η οικογένειά του δεν ήταν ενήμερη, καθότι συνοικεί μόνον με τη μητέρα του, η οποία αντιμετωπίζει επίσης σοβαρά προβλήματα υγείας, πάσχουσα από μανιοκατάθλιψη. Στην αρχή, τα δάνεια εξυπηρετούνταν κανονικά, από τα τότε εισοδήματα του αιτούντα και της μητέρας του, οι οποίοι αμφότεροι ελάμβαναν προνοιακό επίδομα, λόγω της πάθησής τους (βλ. την κατάθεση της μάρτυρος), Στη συνέχεια, η καταβολή του επιδόματος προς τη μητέρα του αιτούντα σταμάτησε, καθώς η υγειονομική επιτροπή έκρινε αυτήν ανάπηρη σε ποσοστό το οποίο δεν δικαιολογεί καταβολή επιδόματος, ενώ και η γνωμάτευση που αφορούσε τον αιτούντα ήταν τριετούς διάρκειας, με αποτέλεσμα η καταβολή του επιδόματος να σταματήσει, έως ότου αξιολογηθεί εκ νέου η κατάσταση της υγείας του από υγειονομική επιτροπή. Παράλληλα όμως, λόγω της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια,  αυξήθηκαν οι μηνιαίες δαπάνες του αιτούντα και της μητέρας του και συνεπώς κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών του, το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας του αιτούντα  προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους. Η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Σε κάθε δε περίπτωση  η επιδίωξη για ρύθμιση των χρεών του αιτούντα, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος της αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά αντιθέτως κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα αλλά σύμφωνα και με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010 (βλ σχετικά αιτιολογική έκθεση) και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου. Επιπλέον, αφού ο νόμος 3869/2010 παρέχει  το δικαίωμα στον αιτούντα να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του και εφόσον πληρεί τις προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμισθούν οι οφειλές του, αναπόδραστη συνέπεια θα είναι η απώλεια εισοδημάτων των πιστωτών του,  αποτέλεσμα που αποτελεί δικαιοπολιτική επιλογή του νομοθέτη, ενώ η επιλογή του αιτούντα να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του νόμου, συνιστά νόμιμο δικαίωμά του και από μόνη αυτή την επιλογή δεν θεμελιώνεται καταχρηστικότητα, απορριπτόμενης κατ’ επέκταση της σχετικής ενστάσεως περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των καθ’ ων η αίτηση. Επιπλέον  η καταφυγή στον δανεισμό για να αντιμετωπίσει ο αιτών την έλλειψη ρευστότητος, ήταν μια λανθασμένη, πλην όμως συνήθης επιλογή κατά το διάστημα που κατέφυγε αυτός στον δανεισμό, η οποία καλλιεργήθηκε στους πολίτες από τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και δεν ρυθμίσθηκε ως έπρεπε από την πολιτεία, ως τούτο προκύπτει από την γενική πείρα αλλά και από τις παραδοχές της αιτιολογικής εκθέσεως του Ν.3869/2010 «Η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσµών συµβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόµενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόµενες καταστροφικές συνέπειές της» (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβ 213/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι ανωτέρω δε διαπιστώσεις, συνεπικουρούνται στην προκειμένη περίπτωση και από την ίδια την κατάσταση υγείας του αιτούντα, η οποία δεν του επέτρεπε να προβεί σε λογικές οικονομικές σταθμίσεις, ιδίως όταν τελούσε σε κατάσταση έξαρσης της νόσου του. Επιπλέον, ο αιτών, ως άτομο με αναπηρία, απολαμβάνει της αυξημένης προστασίας από την Πολιτεία, όπως αυτό προβλέπεται και από το άρθρο 21 παρ. 6 Συντ και συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, η συνταγματική επιταγή της συμμετοχής και επανένταξης στην οικονομική και κοινωνική ζωή των ατόμων με αναπηρία, υλοποιείται με την υπαγωγή του αιτούντα στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται και ειδικότερα ότι ο αιτών, ο οποίος έχει πτωχευτική ικανότητα, έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του. Το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών τηου, δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθ. 8 επ. του Ν.3869/2010 ρύθμιση των οφειλών του αιτούντα από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.

Επίσης, ο αιτών διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) ένα δίκυκλο μοντέλο Kawasaki, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2005. Το δίκυκλο αυτό όχημα,  με βάση την κοινή πείρα  δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον,  αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των  πιστωτριών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.), γι` αυτό κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ` άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίηση του.  Περαιτέρω ο αιτών δεν έχει καταθέσεις, ούτε μερίσματα, μετοχές ή ομόλογα.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα συντρέχουν συμπλεκτικά οι θετικές και ελλείπουν οι αρνητικές προϋποθέσεις στο πρόσωπο του αιτούντα για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του νόμου της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 8 ν. 3869/2010, περί καταβολής μηδενικών μηνιαίων δόσεων, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι το καθαρό εισόδημα του οφειλέτη- αιτούντα (312,50  ευρώ μηνιαίως και ήδη μηδενικό από τον Οκτώβριο του 2013) είναι ανεπαρκές για την κάλυψη των μηνιαίων στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του, δεδομένης της σημερινής δεινής οικονομικής κατάστασης του αιτούντα, αφού, αδυνατεί να έχει μια φυσιολογική ζωή, όπου θα καλύπτονται οι βασικές βιοτικές ανάγκες του και αδυνατεί επίσης να ανταπεξέλθει και στην υποχρέωση διατροφής της μητέρας του, με την οποία συνοικεί και η οποία επίσης στερείται πλέον εισοδήματος. Περαιτέρω κρίνεται οτι στο εντεύθεν χρονικό διάστημα των επόμενων μηνών, τα εισοδήματα του αιτούντα δεν θα αυξηθούν. Ακόμη και αν κριθεί εκ νέου ανάπηρος, σε ποσοστό το οποίο να δικαιολογεί τη λήψη προνιακού επιδόματος, αυτό θα είναι πενιχρό (312,50 ευρώ λάμβανε έως πρότινος ο αιτών), θίγοντας αυτά τα ίδια τα όρια της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ούτε όμως  θα καταφέρει ο αιτών, παρά το νεαρό της ηλικίας του να ανεύρει μία θέση εργασίας (χειρωνακτική ή μη, πλήρους ή μερικής απασχόλησης), ώστε να κερδίζει ένα ικανοποιητικό ποσό για την κάλυψη τόσο των βιοτικών του αναγκών όσο και της αποπληρωμής των οφειλών του προς τις καθ΄ών πιστώτριες. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο αιτών (σχιζοφρένεια με αυτοκτονικό ιδεασμό). Οι δε άνθρωποι που πάσχουν από σχιζοφρένεια παρουσιάζουν προβλήματα στην εξέλιξη των νοητικών τους διαδικασιών. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε ψευδαισθήσεις, παραλήρημα, αποδιοργανωμένη σκέψη, και παράδοξο λόγο ή συμπεριφορά. Τα συμπτώματα της διαταραχής επηρεάζουν την ικανότητα του ατόμου να αλληλεπιδρά με άλλους ανθρώπους και συχνά οι πάσχοντες αποσύρονται από την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Περαιτέρω, οι φαρμακευτικές ή άλλες θεραπευτικές παρεμβάσεις μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά στη μείωση και τον έλεγχο των συμπτωμάτων της νόσου, αλλά πουθενά δεν γίνεται λόγος για πλήρη ίαση στην ιατρική βιβλιογραφία. Τα συμπτώματα της νόσου, κατά περιόδους οξύτερα ή αμβλυμένα ενυπάρχουν στον ασθενή καθόλη τη διάρκεια του βίου του και συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση στους δείκτες καθημερινής, κοινωνικής και επαγγελματικής λειτουργικότητας με διαταραχές προσοχής, συγκέντρωσης, μνημονικής συγκράτησης και εκτελεστικών λειτουργιών. Οι πιθανότητες υποτροπής είναι αυξημένες, ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας και ένα μικρόποσοστό εξ αυτών τελικώς αυτοκτονούν. Λόγω των γενικών αυτών συμπτωμάτων της νόσου, όπως επιβεβαιώνονται και στην υπό κρίση περίπτωση από την υπ. άρθ. 1091/29-11-2013 ιατρική γνωμάτευση του ΠΓΝ Αλεξανδρούπολης, το Δικαστήριο κρίνει οτι  πρέπει να εκκαθαρίσει «οριστικά» το θέμα της απαλλαγής του αιτούντα από τα χρέη του, καθότι κρίνει οτι η παρούσα οικονομική του κατάσταση σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει είναι μη αναστρέψιμη και αποκλείεται η εντός τριετίας αισθητή βελτίωση αυτής, καθώς  και αν ακόμη κριθεί εκ νέου ανάπηρος με το ίδιο ποσοστό αναπηρίας που είχε κριθεί και προγενέστερα, θα εξακολουθεί να λαμβάνει το προνοιακό επίδομα των 312,50 ευρώ, το οποίο σαφώς και δεν επαρκεί ούτε για τη διαβίωση του ιδίου, ούτε και για τη συνεισφορά στις δαπάνες συντήρησης, της οικίας της μητέρας του, στην οποία αμφότεροι διαμένουν. Επισημαίνεται οτι και η μητέρα του  αιτούντα βρίσκεται σε δυσχερή κατάσταση, διότι έχει σταματήσει να της καταβάλεται το προνοιακό επίδομα που αποτελούσε το κύριο έσοδό της. Ούτε όμως ο αιτών είναι ικανός προς εργασία, έστω και υποαπασχόληση, δεδομένης της έξαρσης των συμπτωμάτων της νόσου του, με αυτοκτονική συμπεριφορά, τα οποία συμπτώματα θα τον καθιστούσαν δυσλειτουργικό είτε επρόκειτο για άσκηση σωματικής είτε πνευματικής εργασίας. Περαιτέρω, η οριστική απαλλαγή του αιτούντα από τα χρέη του με ορισμό μηδενικών καταβολών, δεν συνεπάγεται υπέρμετρη επιβάρυνση των καθ΄ών η αίτηση τραπεζών, δεδομένου οτι οι οφειλές στην πρώτη συμποσούνται στα 27.047,03 ευρώ και στη δεύτερη στα 16.464,03 ευρώ. Συνεπώς πρόκειται για ποσά δανεισμού που κινούνται σε επίπεδα κατώτερα του μέσου όρου και δεδομένου του εξαιρετικού χαρακτήρα της ρύθμισης, της οποίας σπάνια εμφανίζεται η ανάγκη για εφαρμογή, δεν διαταράσσονται σε σημαντικό βαθμό τα οικονομικά συμφέροντα των τραπεζών. Άλλωστε τα ποσά από την καταβολή των οποίων απαλλάσσονται οι οφειλέτης-αιτούντες, κατόπιν της δικαστικής ρύθμισης των χρεών τους στα πλαίσια του νόμου 3869/2010 και καταβολής των οριζόμενων από το δικαστήριο δόσεων, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων, είναι ενίοτε υψηλότερα από τις οφειλές του αιτούντα εν προκειμένω. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο, προσδιορίζει με την παρούσα, μηδενικές μηνιαίες καταβολές στις καθ` ων πιστώτριες, επί τετραετία, η οποία εξικνείται από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση στον αιτούντα της παρούσας απόφασης.

Κατά συνέπεια των παραπάνω,  η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ` ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές του αιτούντα, με την οριστική ρύθμιση με μηδενικές καταβολές των πληρωμών των οφειλών του προς τις καθ` ων η αίτηση-πιστώτριες τραπεζικές εταιρίες, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση στον αιτούντα της παρούσας απόφασης. Τέλος δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.6 του Ν.3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την αίτηση και την προφορικώς ασκηθείσα κύρια παρέμβαση.

Απορρίπτει ο,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντα με τον οριστικό ορισμό μηδενικών καταβολών επί μια τετραετία, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση στον αιτούντα της παρούσας απόφασης.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2014, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων αυτών.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 54/2014 

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Εκουσία Δικαιοδοσία (Ν. 3869/2010, 4161/2013)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από την Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Ευαγγελία Κοντογεώργου, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και το Γραμματέα  Δημήτριο Μερκούρη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ  δημόσια στο ακροατήριο του την 03η Δεκεμβρίου 2013,  για να δικάσει την  παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΑ : Π. Ε., κατοίκου Αλεξανδρούπολης,, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ζαμπούκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Όθωνος 8 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Ηλιακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» με το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK, που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρθ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφόρος Μεσογείων αρ. 10-1099 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο, 4] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» με το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», η οποία εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση με καθολική διάδοχό του της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρθ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 5] Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Αιόλου αριθμός 86 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Πεταβρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Ο αιτών με την από 14-03-2012 αίτησή του που απευθύνεται  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Για τη συζήτηση της παραπάνω  αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθμό 24/2012 πράξη, η 25η-09-2012 και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη με αριθμό  11197β/04-04-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σταυρούλας Μανωλάκου, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην περιλαμβανόμενη στην υποβληθείσα από τον αιτούντα κατάσταση πιστωτών της ανώνυμη τραπεζική εταιρία  με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ».  Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. To Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι παρόντες (άρθρο 754 παρ.2 ΚπολΔ), χωρίς να θεωρείται ότι  η πιστώτρια αυτή αντιπροσωπεύεται από τις λοιπές παριστάμενες πιστώτριες, παρά το γεγονός ότι στη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους «μετέχοντες στη δίκη» πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας (αρθ. 75 παρ1  περ. β΄του ΚΠολΔ), καθόσον στην εκούσια δικαιοδοσία, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν εφαρμόζεται, όπως στην αμφισβητούμενη, διάταξη του άρθρου 75 παράγραφος 1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ, κατά την οποία «οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Και τούτο διότι η έκταση του επηρεασμού στις έννομες σχέσεις του αιτούντος και των άλλων ενδιαφερομένων είναι διάφορη (βλ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική-Νομολογιακή ανάλυση του ΚπολΔ, έκδοση 1996, αρθ. 754 αριθ Ια΄). Ειδικά στο Ν. 3869/2010 όπου συντρέχουν αντίθετα συμφέροντα των πιστωτών, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη (βλ. σχετ. Π. Αρβανιτάκης: «Η εκουσία δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», περιθ. Αριθ. 4.2, Γ. Ευστρατιάδης: «Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010): Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, σελ 6, εισήγηση σε σεμινάριο επιμόρφωσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών κατά την 29-30/9-2010, πρβλ και ΑΠ 98/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Όπως περαιτέρω προκύπτει σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 22 παρ.5 του Ν.3994/2011, «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει … τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση…να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθ.741 του του ΚΠολΔ ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση στο  ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠοΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36/1601, ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΝΟΜΟΣ και ενδεικτικά ΕιρΚορίνθου 121/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση  (άρθ. 238 και 256 του ΚΠολΔ) αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να προκαλείται μεταβολή της αιτήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή θα πρέπει να γίνεται με   την   άδεια   του δικαστή   κατά   το   μέτρο   που  η  μεταβολή δεν βλάπτει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στη δίκη ή τρίτων. Άλλωστε στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς, ο σκοπός  της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ.Εφ.ΑΘ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ.Μπέη Πολ.Δ.άρθρο 758 παρ.3 αρ. 16 σελ.326 και 330 και Ειρ.Πατρών 25/2013, Ειρ.Κορινθ. 121/2012, ΕιρΚαβ. 161/2012, Ειρ.Λαυρ. 193/2012 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υποθέσεως στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στη λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης, είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 του ΚΠολΔ). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλούν το απαράδεκτο της αιτήσεως. Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ` άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι  το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβάλας 161/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

            Επιπλέον, ο Ν. 3869/2010 έχει ως σκοπό να διευκολύνει την έστω και μερική εξόφληση των χρεών, στην οποία δεν θα μπορούσαν να προβούν οι οφειλέτες χωρίς τη ρύθμιση, όπως και να τους ανακουφίσει κατά το δυνατόν από τη διαρκή πίεση των ατομικών καταδιώξεων. Δεν περιλαμβάνεται όμως στις επιδιώξεις του νομοθέτη η απαλλαγή από χρέη ή από υπόλοιπα τους, όταν είναι δυνατή ή σε όποιο βαθμό είναι δυνατή η ικανοποίησή τους βάσει της υπάρχουσας περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη. Αυτός είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένος να εξυπηρετήσει τις οφειλές του και με τα εισοδήματα από την εργασία του, αλλά και με την περιουσία του. Το δικαστήριο δε, εάν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης, λαμβάνει υπόψη του, για τη μορφή της ρύθμισης που θα διατάξει, όλα τα υποβαλλόμενα ενώπιον του στοιχεία και πρέπει βάσει των διατάξεων του νόμου: α) Να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του οφειλέτη επί μία τετραετία, ώστε να επέλθει από αυτή την πηγή, μερική τουλάχιστον, εξόφληση των χρεών του, αν αυτός δεν έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία, β) Να διατάξει την εκποίηση της τυχόν υφιστάμενης ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη διορίζοντας και εκκαθαριστή, και τέλος γ) να προβεί σε περαιτέρω ρύθμιση σταδιακών καταβολών του οφειλέτη προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση ακίνητο που χρησιμεύει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία του. Οι τρεις προαναφερόμενες ρυθμίσεις δεν αποκλείουν η μία την άλλη και συχνά θα πρέπει να διαταχθούν σωρευτικώς. (Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν./64-Ανάτυπο σελ. 1486). Επομένως, οι επιμέρους δυνατότητες ρυθμίσεων που προσδιορίζονται από το νόμο και ο τρόπος με τον οποίο θα τα καθορίσει το Δικαστήριο συμπλέκονται μεταξύ τους. Ειδικότερα ως προς τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν.3689/2010, όπως η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 ορίζεται ότι “Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής  αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας”. Η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται από την προστασία της προσωπικότητας του οφειλέτη, αλλά και από το άρθρο 21 του Συντάγματος περί προστασίας της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Η δε εξαίρεση της κύριας κατοικίας και η υποχρέωση για καταβολή του ποσού μέχρι του 80% της αντικειμενικής του αξίας δεν εξαρτάται από το εάν η κύρια κατοικία είναι βεβαρημένη ή μη. Ακόμη και εάν η κύρια κατοικία είναι ελεύθερη βαρών ή βεβαρημένη μόνο για τμήμα των χρεών του οφειλέτη, ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλλει σε διάρκεια μέχρι 35 έτη, ποσά που αντιστοιχούν μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας δεν είναι τελείως ανώδυνη για τον οφειλέτη, αλλά αυτός αναλαμβάνει μία πρόσθετη υποχρέωση, πέραν αυτής που του επιβάλλεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του άρθρου 8 Ν. 3869/2010, η απαλλαγή από τα οποία είναι ανεξάρτητη από την εξυπηρέτηση του πρόσθετου χρέους για τη διάσωση της κυρίας κατοικίας.  Με βάση λοιπόν τη ρύθμιση του αρθρ. 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη, μετά τις καταβολές της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 του ιδίου νόμου, υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση, επιβάλλοντας του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον, όμως, τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80%, θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας  υπόψη και τη διάρκεια της σύμβασης δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε η πίστωση στον οφειλέτη, καθορίζει περίοδο τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης της οφειλής, η διάρκεια της οποίας δεν δύναται να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε δύναται να προσδιορίσει το δικαστήριο και μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει για τις καταβολές στο πλαίσιο του άρθρου 8 παρ.2, ο νόμος, στην περίπτωση εξαίρεσης της κύριας κατοικίας, δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών. Γενικά κριτήρια είναι η ηλικία του οφειλέτη, η παρούσα οικονομική του κατάσταση και η προοπτική βελτίωσης της, χωρίς να τυγχάνει, στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.5 του νόμου, κατά την οποία υπάρχει δυνατότητα ορισμού και μηδενικών καταβολών. Ο οφειλέτης, προκειμένου να διασώσει την κύρια κατοικία του, είναι αναγκασμένος να καταβάλει στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, τις δόσεις που θα ορίσει το Δικαστήριο, έστω και αν έχει ελάχιστα εισοδήματα που μόλις επαρκούν για τη διαβίωση του. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ανωτέρω νόμου, να ορίσει κάποια περίοδο χάριτος, κάποια, δηλαδή, χρονική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να καταβάλει κανένα ποσό στο πλαίσιο της παραπάνω διάταξης. Για τη χορήγηση της περιόδου χάριτος δεν απαιτείται αίτημα του οφειλέτη, η διάρκεια της, δε, δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά επαφίεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι η αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος φυσικού προσώπου, 2) της κατάστασης της περιουσίας του, 3) της κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου  διευθέτησης των οφειλών του και 5) αιτήματος ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή της (Αθ. Κρητικός έκδοση 2010 ερμ. Ν.3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμ. 64 Ανάτυπο σελ. 1477), παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτή αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος της διαδικασίας και τα, δημόσιας εμβέλειας, συμφέροντα που εξυπηρετεί, την ελαστικότητα των κανόνων που τη διακρίνει (όπως η δυνατότητα μεταβολής του αιτήματος, αλλά και τη συμπλήρωσή του με τις προτάσεις ή και προφορικά ενώπιον του Ειρηνοδικείου, η εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος άρθρα115 παρ. 3, 751, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ) πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος δεν απαιτείται και μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, αρκεί να αναφέρονται με σαφήνεια, το οποίο θα εκτιμηθεί με ευρύτερη θεώρηση, αλλά και να συμπληρωθούν προς αποφυγή της πραγματικής αοριστίας (ΑΠ 173/1981 ΑρχΝ 32.258 και 1293/1993 Δνη 35.140). Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτήσεως δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του, το οποίο και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά στοιχεία, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1493 ΑΚ, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και του γεγονότος ότι  ο Ν.  3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ενδεικτικά ΕιρΚαλύμνου 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αρκεί συνεπώς η ακριβής περιγραφή της οικογενειακής και περιουσιακής  κατάστασης του αιτούντα, όπως και το συνολικό ύψος των βιοτικών του αναγκών, καθώς και αν αυτές αφορούν σε προστατευόμενα μέλη και ποια είναι αυτά (ανεξάρτητα από την αποδοχή του ισχυρισμού) Εξάλλου, η τυχόν παράθεση από τον αιτούντα οποιουδήποτε ποσού για την κάλυψη της τάδε ή της δείνα βιοτικής ανάγκης θα είχε το χαρακτήρα αβεβαιότητας, αφού δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες, λόγω των απρόβλεπτων περιστάσεων. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του αιτούντα και τις συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης περί της μονιμότητας στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία συντελέστηκε χωρίς δολιότητα του οφειλέτη και θα εξεταστούν στην οικεία θέση.

Με την υπό κρίση αίτησή του ο αιτών επικαλούμενη ότι έχει έλλειψη πτωχευτικής ικανότητος εκθέτει ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημά του, έχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητεί, α) να γίνει δεκτή η αίτησή του για τη ρύθμιση των οφειλών του, β) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή να τροποποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 7 του Ν.3869/10, με τη συγκατάθεση όλων των πιστωτών ώστε να αποκτήσει το σχέδιο ισχύ δικαστικού συμβιβασμού γ) και επικουρικά  σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, δ) να εξαιρεθεί από την εκποίηση ένα διαμέρισμα β΄ορόφου με εσωτερική αρίθμηση ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΔΥΟ (ΑΒ2) στο Ο.Τ. 305 επί των οδών Καραολή και Δημητρίου Βιζύης και Τυρολόης στην Αλεξανδρούπολη, καθαρού εμβαδού 75,32τμ με τη ρύθμιση για την καταβολή δόσεων, μέχρι συνολικού ποσού που ανέρχεται στο 60 % της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ε)να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης των οφειλών του θα απαλλαχθεί από τα χρέη της προς τους πιστωτές της, με την επιφύλαξη αυτών που ρυθμίστηκαν για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, στ) να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπο εισάγεται να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, (περίοδος 1η, άρθ.3 Ν του 3869/2010), κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθ. 1 περ.β του ΚΠολΔ σε συνδ με περίοδο 2η, άρθ. 3 του Ν.3869/2010 και αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη, απορριπτομένων των σχετικών ενστάσεων των μετεχουσών πιστωτών και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος α) να επικυρωθεί ή τροποποιηθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ` άρθ. 7 του Ν. 3869/2010 το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ` άρθ. 7 του Ν.3869/2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ.1 του Ν.3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση (Ειρ Κορίνθου 89/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαχθεί από τα χρέη του, το οποίο είναι απαράδεκτο, αφού η αιτούμενη αναγνώριση δεν αποτελεί υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας κατ`άρθ. 739 του ΚΠολΔ ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία. Πάντως το αίτημα να απαλλαχθεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης (και όχι η αιτουμένη αναγνώριση) από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ` άρθ.11 παρ.1 του Ν 3869/2010 συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ.4 παρ.1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην παρ.3 του άρθ.11 του Ν 3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών».  Περαιτέρω για το παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε η επιβαλλόμενη προδικασία των αρθ. 2, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 και προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα έγγραφα, κατά τα οριζόμενα στην παρ.2 , του αρθ. 4 του Ν.3869/2010, ειδικότερα 1) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 παρ 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, σύμφωνα με την από 10-03-2012 βεβαίωση της διαμεσολαβούσης δικηγόρου Αλεξανδρούπολης Μαρίας Δημητρίου, η οποία εμπρόθεσμα κατατέθηκε (άρθ. 4 παρ.2, περ.α του Ν.3869/2010) στην γραμματεία του Δικαστηρίου, 2)  η ένδικη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού μετά την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σε αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν. 3869/20102),  3) εμπρόθεσμα, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου  η από 06-04-2012 υπεύθυνη δήλωση του αιτούντα (αρθ. 4 παρ. 2, περ.β του Ν.3869/2010), αφενός για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας, των εισοδημάτων του, των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 4) απέτυχε ο κατ` άρθ, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (βλ. έγγραφες παρατηρήσεις – αντιρρήσεις των καθ΄ών), 5) Επίσης δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντα για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 ιδίου ως άνω νόμου (βλ. υπ’ αριθμ. Πρωτ.  …….γ/…………. σχετική βεβαίωση του  Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5,6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντα στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του (βλ. επ΄ αυτού κατωτέρω). Επομένως πρέπει κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη  να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πιστωτών του αιτούντα που παραστάθηκαν στην δίκη,  αρνούνται την ένδικη αίτηση και προβάλλουν,τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά όσο και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατιθέμενες προτάσεις τους, εκτός από τους ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας και θα εξετασθούν εν συνεχεία,  τις ακόλουθες ενστάσεις :

Η πρώτη μετέχουσα «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» προβάλλει την ένσταση απαραδέκτου διότι ελλείπουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010  δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών-οφειλέτης δεν επέδωσε στην ανωτέρω πιστώτρια ούτε την κατάσταση της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων της ούτε το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, ελλείψεις που ουδόλως θεραπεύονται από το γεγονός και μόνο ότι περιέχονται στο περιεχόμενο του δικογράφου της σχετικής υπό κρίση αίτησης. Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός κρίνεται νομικά αβάσιμος και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί διότι όλα τα έγγραφα που προβλέπει η διάταξη του αρθρ. 5 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, περιέχονται στο δικόγραφο της σχετικής αίτησης που επιδόθηκε στην ενιστάμενη τράπεζα εντός της (μηνιαίας) προθεσμίας της ανωτέρω διάταξης νόμου  και, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι έχουν νόμιμα κοινοποιηθεί στην ανωτέρω πιστώτρια τράπεζα (βλ. ΕιρΠατρ 4/2011, ΕιρΠατρ 3/2011, ΕιρΑθ 15/Φ1/2011, ΕιρΘεσ 5029/2011, ΕιρΘεσ 5175/2011 όλες δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου ο αιτών έχει ήδη εκφράσει τις απόψεις του (βλ. τις από 22-09-2011 παρατηρήσεις-προτάσεις που κατατέθηκαν στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου). Σε κάθε δε περίπτωση, το ανωτέρω θέμα λύθηκε πλέον με την διορθωτική παρέμβαση του ιδίου του νομοθέτη, δεδομένου ότι, με τη διάταξη του άρθρου 85 παρ. Α3 του ν.3996/2011 (ΦΕΚ Α` 170/05.08.2011) «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» που τροποποιεί το ν.3869/2010, η αρχική διατύπωση του άρθρου 5 παρ.1 του τελευταίου νομοθετήματος (ν.3869/2010 ) σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης όφειλε να επιδίδει στους πιστωτές το αργότερο σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης «…αντίγραφα: α) της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτηση της, β) της κατάστασης της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και γ) του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών.,.», αντικαταστάθηκε πλέον με τη φράση «…αντίγραφο της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτηση της…»..

Οι καθ΄ών πιστώτριες προβάλλουν επίσης α) την ένσταση δόλου, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3866/2010. Ο ισχυρισμός όμως αυτός τυγχάνει ως νόμω αβάσιμος διότι, ακόμη και αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, συντρέχει συνυπαιτιότητα και του ιδίου του τραπεζικού ιδρύματος ως προς την χρηματοδότηση του αιτούντα καθώς αυτό, επιδεικνύοντας το ίδιο βαρεία αμέλεια, δεν εξακρίβωσε την τυχόν επιπρόσθετη δανειακή επιβάρυνση της τελευταίας σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα – μολονότι ήταν σε θέση και μπορούσε εύκολα με τη συνδρομή της υπάρχουσας τεχνολογίας (ηλεκτρονικά συστήματα βάσεων δεδομένων «.ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ», «ΔΙΑΣ», κ.λ.π.) (βλ. σχετικά μεταξύ πολλών τις ΕιρΑΘ 143/2011, ΕιρΑΘ 102/2011, ΕιρΑΘ 61/2011, ΕιρΧαλανδρ 4/2011, ΕιρΧαλανδρ 11/2011, ΕιρΘεσ 5182/2011 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 15/2011 ΕφΑΔ 2011.677, ΕιρΠατρών 89/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,) – ενώ ουδόλως πρέπει να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία και σχεδόν επέβαλλε στους καταναλωτές την λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών  (βλ. σχετικά όμοια κρίση στην ΕιρΚαλυμν 1/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ ). Για τους ανωτέρω λόγους άλλωστε, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν στον λεγόμενο «…υπεύθυνο δανεισμό…», ο οποίος έχει πλέον θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΛ Ζ1-699/ΦΕΚ Β` 917/2010 «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την Κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOKτου Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ. L 133 της 22.5.2008» των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. σχετικά Λειβαδά Το νέο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη 2008, Περάκη Η αρχή του υπεύθυνου δανεισμού και η πρόσφατη κοινοτική Οδηγία για την καταναλωτική πίστη σε ΧρηΔικ 2009.352επ., Τασίκα Εκφάνσεις της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού στην καταναλωτική πίστη., η παροχή επαρκών εξηγήσεων στον καταναλωτή και η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας σε ΕπισκΕΔ 2011.337επ., Πελλένη Παπαγεωργίου Η νέα Οδηγία 2008/48/ΕΚ για τις καταναλωτικές συμβάσεις σε ΝοΒ 2010.275επ.), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και κατά κοινοτική πλέον επιταγή, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και ως εκ τούτου υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του. Αν επομένως δεν το πράξουν αυτό, τότε, όχι μόνο δεν δύνανται να αρνηθούν την υπαγωγή του ανωτέρω οφειλέτη τους στην εφαρμογή του ν.3869/2010 (όπως δηλαδή νομικά αβάσιμα στην προκείμενη περίπτωση επιχειρεί η τέταρτη των καθ` ων τη αίτηση προβάλλοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό ), αλλά αντίθετα, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω ΚΥΑ, ο τελευταίος, (οφειλέτης ) απαλλάσσεται από το κόστος της χορηγηθείσας πίστωσης περιλαμβανομένων των τόκων και έχει την υποχρέωση να καταβάλει μόνο το ποσό του κεφαλαίου σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στη σύμβαση πίστωσης δόσεις ( βλ. Ι. Βενιέρη – Θ. Κατσά ό.π. σελ. 73 και άρθρο 8 παρ.-3 της ανωτέρω ΚΥΑ). Συνεπώς σε τέτοιες περιπτώσεις και όταν πρόκειται για τραπεζικά ιδρύματα, αναγνωρίζεται πλέον ένα είδος συνευθύνης και συνυπαιτιότητας των δανειστών καθόσον δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές (βλ. σχετικά ΕιρΘηβών 2/2011 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Δολιότητα, επομένως, θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά και μόνο τις ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΝοΒ 2012.563, ΕιρΜουδ 2/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλμωπ 60/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΝΟΜΟΣ), πραγματικά γεγονότα όμως που ουδόλως προβάλλονται από τους καθ` ων η κρινόμενη αίτηση στην προκείμενη περίπτωση. Επιπλέον τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με την υποχρέωση περί «…υπεύθυνου δανεισμού…» που θεσμοθετήθηκε πλέον νομοθετικά και στη χώρα μας με το άρθρο 8 της αμέσως ανωτέρω αναφερόμενης ΚΥΑ ( Ζ1-699/ΦΕΚ B 917/2010), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνη δανεισμό των οφειλετών τους και, ως εκ τούτου, υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του, αν δε διαπιστώσουν ότι αυτό δεν συμβαίνει, θα πρέπει να απέχουν από το δανεισμό ακόμη και σε βάρος των οικονομικών τους συμφερόντων (να μην καταρτίσουν τη σύμβαση ) εφόσον αυτό προβλέπεται πλέον από το νόμο και η συμπεριφορά αυτή συμβάλει στην παγίωση της ασφάλειας στις συναλλαγές (μη επισφάλεια των χορηγούμενων πιστώσεων) και στην προστασία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών που προσφεύγουν στον συνεχή τραπεζικό δανεισμό προφανώς για να αντιμετωπίσουν επείγουσες και ανεπίδεκτες αναβολής οικονομικές τους ανάγκες χωρίς την απαραίτητη προς τούτο προηγούμενη και νηφάλια ώριμη σκέψη ως προς τις μελλοντικές αρνητικές επιπτώσεις, ήτοι σε πλήρη αντίθεση με τα αντισυμβαλλόμενα αυτών πιστωτικά ιδρύματα, β) καταχρηστικότητας, καθότι δεν αποδεικνύει ο αιτών για ποιο λόγο υπερδανείστηκε, ούτε αν υπήρξε βίαιη αλλαγή του συνθηκών που να επιδείνωσε την οικονομική του κατάσταση και να τον οδήγησε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του. Η ένσταση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401, ΕφΘρ 221/2000, DIGESTA 2003,36). Κατά δε το μέρος που αφορά τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του αιτούντα, η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και της οποίας η κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούντες,  καθώς και οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Β, Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρ. 759 αριθ, 5, Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129) από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την έπ` ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Ο αιτών διάγει το 30ο έτος της ηλικίας του, είναι άγαμος και είναι υπαξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας με το θεσμό του επαγγελματία οπλίτη. Τον Οκτώβριο του 2011 ελάμβανε μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.327,97 ευρώ και καθαρές 915,94 ευρώ. Το έτος 2011 το εισόδημά του ανήλθε στα 14.932,86 ευρώ. το 2012 στα 14.334,12 ευρώ και το 2013 στα 14.027,15 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα Ε1). Από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2013 σταμάτησε η καταβολή επιδόματος παραμεθορίου περιοχής ποσού 108,00 ευρώ και οδοιπορικών εξόδων ποσού 80,00 ευρώ (βλ. την από 24-09-2013 βεβαίωση του γραφείου οικονομικού της μονάδας του).

Επομένως προκύπτει ότι το  δυσχερές οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα με την εφαρμογή των δύο μνημονιακών προγραμμάτων για τη στήριξη της Ελληνικής Οικονομίας, είχε ως αποτέλεσμα μειώσεις στο μισθό του αιτούντα. Σήμερα οι αποδοχές του (όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε το εισόδημά της με τις προτάσεις, βλ. μείζονα σκέψη) ανέρχονται πλέον στο ποσό των 924,72 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας μηνός Σεπτεμβρίου 2013).  Μέχρι πρότινος, ο αιτών ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του προς τους πιστωτές του, καθώς το μηνιαίο εισόδημά της ήταν υψηλότερο. (βλ. αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και κατάθεση  μάρτυρα). Με βάση τα ανωτέρω, το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του (διατροφή, ένδυση, θέρμανση, καταβολή λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας) ανέρχεται στο ποσό των 724,72 ευρώ. Επισημαίνεται ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή  δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης του αιτούντα (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ., existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή του αιτούντα στην οικονομική και κοινωνική ζωή δια της υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής του αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς του στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των  τριών έως πέντε ετών.

Περαιτέρω, ο αιτών διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) την πλήρη κυριότητα επί ενός διαμερίσματος  β΄ ορόφου με εσωτερική αρίθμηση ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΔΥΟ (ΑΒ2) στο Ο.Τ. 305 επί των οδών Καραολή και Δημητρίου Βιζύης και Τυρολόης στην Αλεξανδρούπολη, καθαρού εμβαδού 75,32τμ, στο οποίο διαμένει χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία του. Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 88.971,75 ευρώ (ΕΤΑΚ 2013). Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντα και η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, για απόκτηση α’ κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 Ν. 3842/2010 και κωδικοποιήθηκε με το Ν. 4141/2013  για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Την εξαίρεση της εκποίησης του ανωτέρω ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία του, ζητά ο αιτών, η οποία μετά την υποβολή αιτήματος είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, το οποίο  δεν δύναται να προβεί σε έλεγχο σκοπιμότητας ή σε στάθμιση των συμφερόντων πιστωτών και οφειλέτη. Μάλιστα, ούτε η ένσταση καταχρηστικότητας άσκησης του δικαιώματος του οφειλέτη μπορεί να γίνει δεκτή. Εφόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 1 και υπό το πρίσμα της αποπληρωμής μέχρι 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, οι πιστωτές δεν δύνανται να επικαλεστούν ούτε αντίθεση στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ούτε και δυσχέρανση της οικονομικής και νομικής τους θέσης. Η πηγή κάλυψης των πληρωμών δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο (Βενιέρης οπ.π. σελ. 475), καθώς προβλέπεται η υποχρέωση του οφειλέτη για πληρωμές στο ποσοστό που ο νόμος ορίζει, ακόμα και αν δεν έχει εισοδήματα ή εάν τρίτοι θα παράσχουν τα ποσά πληρωμών (πχ οικονομική ενίσχυση από γονείς ή αδέλφια), 2)  δίκυκλο μάρκας YAMAHA OVETTO 50 κ.εκ παλαιότητας 12 ετών, το οποίο ο αιτών χρησιμοποιεί για τις καθημερινές μετακινήσεις του. Το δίκυκλο αυτό, εμπορικής αξίας 300 ευρώ,  με βάση την κοινή πείρα  δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον,  αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των  πιστωτριών του, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.), γι` αυτό κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ` άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίηση του. Τέλος ο αιτών δεν έχει καταθέσεις σε τράπεζες, ούτε μετοχές, μερίσματα, ομόλογα ή άλλα κινητά πράγματα αξίας.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως (γεγονός που δεν αμφισβητούν οι καθ΄ων με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας τους κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261 ΚΠλΔ) ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης εξαιρουμένων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Συγκεκριμένα ο αιτών οφείλει το συνολικό ποσό των  177.640,79 ευρώ. Ειδικότερα οφείλει (όλα τα προαναφερόμενα ποσά προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις γνωστοποιήσεως των οφειλών της αιτούσας από τις Τράπεζες):

1)προς την EUROBANK: από τη με αριθμό 2068257906 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 30.000,64 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους.

2) προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 8.113,37 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 2.845,13 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το συνολικό ποσό των 18,07 ευρώ

3)προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: από τη με αριθμό 2703321920 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 9.472,57 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους,

4) προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: από τη με αριθμό 4999543017563002 σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 6.032,58 ευρώ σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα,

5) προς την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το συνολικό ποσό των 2.384,16 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 827,28 ευρώ σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 83.910,34 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 33.703,65 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους. Οι υπό στοιχείο γ και δ οφειλές, είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης εγγεγραμμένης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο 263 και α/α 36.

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, εάν υπάρχουν τέτοια. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο αιτών, όπως αυτή περιγράφεται ως άνω (μείωση των εισοδημάτων του), τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τους καθ’ ων, κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων αφενός μεν τα εισοδήματά του ήταν υψηλότερα (βλ. την κατάθεση της μάρτυρος, η οποία επιβεβαίωσε την τότε οικονομική δυνατότητα του αιτούντα να λάβει και να εξυπηρετεί τα δάνειά του, καθώς και τις σταδιακές μειώσεις όπως προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των τελευταίων ετών, και τις αναλύσεις αποδοχών του αιτούντα), ενώ στη συνέχεια, λόγω της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, καθώς και των σοβαρών προβλημάτων υγείας της, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών του, το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας του αιτούντα  προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους, δεδομένου ότι το σύνολο των καταβλητέων δόσεων προς τις πιστώτριες, ανέρχεται στο ποσό των 1.210 ευρώ (β΄. ανάλυση αυτών στην 5η σελίδα του δικογράφου της αίτησης), ενώ οι αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ. Η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Ειδικότερα πέραν του στεγαστικού δανείου που έλαβε ο αιτών από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ για την αγορά κύριας κατοικίας, χορηγήθηκε σε αυτόν και ένα δάνειο καταναλωτικό, με την υπ΄αρθ. 99200811255025 σύμβαση, από το οποίο μπορούσε να προβαίνει σε υπεραναλήψεις, εάν δυσκολευόταν στη καταβολή των δόσεων του στεγαστικού δανείου. Εξάλλου, ο δανεισμός από την πέμπτη πιστώτρια έγινα για την κάλυψη αναγκών της καινούργιας του κατοικίας (επίπλωση), καθώς επρόκειτο να παντρευτεί, γεγονός το οποίο όμως τελικά δεν τελεσφόρησε. Τα δε υπόλοιπα δάνεια ελήφθησαν, λόγω προβλημάτων υγείας της μητέρας του (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα), η οποία  υποβλήθηκε στη Ζυρίχη της Ελβετίας σε οστεοθεραπεία, βελονισμό και fanko με πυλό, αφού προγενέστερα απέτυχαν οι θεραπείες που είχε ακολουθήσει στην Ελλάδα. Μέρος δε των δανείων αυτών, αφορούσαν σε αποπληρωμή παλαιών επαγγελματικών χρεών του πατέρα του. Για τα δάνεια αυτά ο αιτών, είχε λάβει την υπόσχεση από τους γονείς του ότι θα τον συνδράμουν οικονομικά στην αποπληρωμή του (βλ. κατάθεση μάρτυρα), κάτι το οποίο τελικά δεν έγινε, λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι οι γονείς του. Σε κάθε δε περίπτωση  η επιδίωξη για ρύθμιση των χρεών του αιτούντα, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά αντιθέτως κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα αλλά σύμφωνα και με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010 (βλ σχετικά αιτιολογική έκθεση) και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου, απορριπτόμενης κατ’ επέκταση της σχετικής ενστάσεως περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των καθ’ ων η αίτηση. Άλλωστε,  η καταφυγή στον δανεισμό για να αντιμετωπίσει ο αιτών την έλλειψη ρευστότητος, ήταν μια λανθασμένη, πλην όμως συνήθης επιλογή κατά το διάστημα που κατέφυγε αυτός στον δανεισμό, η οποία καλλιεργήθηκε στους πολίτες από τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και δεν ρυθμίσθηκε ως έπρεπε από την πολιτεία, ως τούτο προκύπτει από την γενική πείρα αλλά και από τις παραδοχές της αιτιολογικής εκθέσεως του Ν.3869/2010 «Η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσµών συµβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόµενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόµενες καταστροφικές συνέπειές της» (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβ 213/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται και ειδικότερα ότι ο αιτών, ο οποίος έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του. Το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθ. 8 επ. του Ν.3869/2010 ρύθμιση των οφειλών του αιτούντα από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντα οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Θα πρέπει, δηλαδή, να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές επί τετραετία και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία  του αιτούντα.

            Η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απ’ ευθείας στους πιο πάνω πιστωτές του από το  μηνιαίο του εισόδημα επί τετραετία (48 μήνες) που θα αρχίζει αμέσως από την κοινοποίηση προς αυτόν (τον αιτούντα) της απόφασης, από τις οποίες καταβολές οι πιστωτές του θα ικανοποιηθούν συμμέτρως (αρ. 8 παρ. 3 του Ν. 3869/2010). Το συνολικό προς διάθεση από τον αιτούντα προς τους πιστωτές του ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών αναγκών του, και της μη διαφαινόμενης βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής του κατάστασης, ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται στις οικονομικές του δυνατότητες, και το οποίο θα καταβάλλεται το πρώτο πενταήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση από τις  πιστώτριες τράπεζες της παρούσας απόφασης.

Η κάθε μηνιαία δόση για τον αιτούντα ορίζεται  ως ακολούθως (επισημαίνεται ότι το καταβλητέο από τον αιτούντα ποσό προς κάθε πιστωτή προκύπτει από το κλάσμα με αριθμητή το ποσό της καταβλητέας μηνιαίας δόσης που του αναλογεί πολλαπλασιαζόμενο με το ύψος της απαίτησης κάθε πιστωτή και παρονομαστή το ποσό του συνόλου των οφειλών της) :

1)προς την EUROBANK: το ποσό των 34,15 ευρώ

2) προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 9,13 ευρώ, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 3,20 ευρώ, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 0,02 ευρώ

3)προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 10,66 ευρώ

4) προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 6,79 ευρώ

5) προς την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το ποσό των 2,68 ευρώ, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 0,93 ευρώ, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 94,47 ευρώ, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 37,95 ευρώ.

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τετραετίας και εκ του συνόλου της οφειλής που ανέρχεται στο ποσό των 177.640,79 ευρώ, ο αιτών θα έχει καταβάλει το ποσό των 9.600 ευρώ και το υπόλοιπο της οφειλής του θα ανέρχεται στο ποσό των 168.040,79 ευρώ. Ειδικότερα, κάθε πιστώτρια του αιτούντα θα έχει λάβει τα εξής ποσά (επισημαίνεται oτι το καταβληθέν από τον αιτούντα ποσό προς κάθε πιστωτή προκύπτει από την ορισθείσα από το δικαστήριο μηνιαία δόση καταβολής, πολλαπλασιαζόμενη με το σύνολο των μηνών καταβολής, ήτοι 48)  :

1) η EUROBANK: το ποσό των 1.639,28 ευρώ

2) η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 438,46 ευρώ, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 153,76 ευρώ, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 0,98 ευρώ

3)η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 511,91 ευρώ

4) η ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 326,01 ευρώ

5) η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το ποσό των 128,84 ευρώ, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 44,71 ευρώ, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 4.534,65 ευρώ, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 1.821,40 ευρώ.

Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/10, εφόσον με τις καταβολές επί 4ετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών  του αιτούντα και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας του από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. σε Κρητικό ο.π. σελ. 148, αριθ. 16).  Η υποχρέωση του αιτούντα για καταβολή του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του προκειμένου να τη διασώσει, προκύπτει σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, η οποία εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, πλην όμως του επιβάλλει, προκειμένου να πετύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί τετραετία του άρθρ. 8 παρ. 2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ’ αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων των παλαιών χρεών του. Με βάση, λοιπόν, τη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 εφόσον μεν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρ. 8 παρ. 2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον, δε, τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού (ΕιρΠατρών 3,4/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επισημαίνεται ότι με την τροποποίηση εκ του Ν. 4161/2013 ορίστηκε ως βάση αναφοράς η αντικειμενική αξία του ακινήτου και καταργήθηκε η εμπορική αξία. Ο νομοθετικός λόγος  για κάτι τέτοιο ήταν ότι είναι πιο εύκολο για το Δικαστήριο και τους διαδίκους να βασιστούν στην αντικειμενική και σε όλους γνωστή εκτίμηση της εφορίας για την αξία του ακινήτου. Το σημαντικό όμως πρόβλημα που δημιουργείται είναι ότι η αντικειμενική αξία δεν είναι ελαστική και δεν προσαρμόζεται ούτε στις ανάγκες της αγοράς, ούτε και στα πραγματικά περιστατικά και τις ιδιότητες του ακινήτου. Για το λόγο αυτό, η πραγματική αξία του ακινήτου δεν χάνει τη σημασία της ως συντελεστής που επηρεάζει τον υπολογισμό του ύψους αλλά και του χρόνου των δόσεων που θα καταβάλλει ο οφειλέτης. Η αντικειμενική αξία μπορεί να είναι υψηλότερη της πραγματικής, όχι τόσο μόνο λόγω συνθηκών της αγοράς και των κανόνων προσφοράς και ζήτησης όσο και λόγω των χαρακτηριστικών του ακινήτου. Τα παραπάνω πρέπει να συνδυαστούν με το εξαιρετικό ενδεχόμενο υπολογισμού των καταβολών σε ποσοστό, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας. Συνεπώς σε αρκετές περιπτώσεις η πραγματική/εμπορική αξία του ακινήτου μπορεί να επηρεάσει το τελικό ποσοστό επί της αντικειμενικής αξίας και συνεπώς το τελικό ύψος καταβολών.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η εμπορική αξία της κατοικίας του είναι σαφώς υποδεέστερη της αντικειμενικής και ζητά να εξαιρεθεί αυτή από τη ρευστοποίηση καταβάλλοντας το 60% της αντικειμενικής αξίας αυτής. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, προσκομίζει α) τη με αρθ. πρωτ. 27/26-01-2012 εκτίμηση του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Νομού Έβρου, με την οποία η αξία του ακινήτου προσδιορίζεται στο ποσό των 87.000 ευρώ και β) το από 25-11-2013 φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μαγδαληνής Ζαμπούκη, με την οποία το ακίνητο αποτιμάται στα 79.086,00 ευρώ.

Ωστόσο κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αντικειμενική αξία του ακινήτου, η οποία  ανέρχεται στο ποσό των 88.971,75 ευρώ (ΕΤΑΚ 2013), δεν παρεκκλίνει ουσιωδώς από την εμπορική του αξία, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητας, της περιοχή στην οποία βρίσκεται και του εμβαδού του και  έτσι θα πρέπει να οριστεί μηνιαία καταβολή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντα, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 71.177,40 ευρώ (88.971,75 ευρώ Χ 80%), απορριπτομένου και του ισχυρισμού περί καταβολής ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό 60% της αντικειμενικής αξίας, διότι δεν αποδείχθηκαν ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως για παράδειγμα ότι ο αιτών είναι ηλικιωμένος ή ότι τα διαθέσιμα εισοδήματά του είναι εξαιρετικά περιορισμένα, ούτως ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στην υποχρέωση καταβολής δόσεων που ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο αιτών είναι άτομο νεαρής ηλικίας (μόλις 30 ετών), χωρίς προβλήματα υγείας ή βεβαρημένη οικογενειακή κατάσταση, με σταθερή και μόνιμη εργασία (στρατιωτικός) και συνεπώς εκτιμάται οτι δεν θα δυσχερανθεί στην καταβολή της δόσης που ορίζει το δικαστήριο

Το ποσό της μηνιαίας δόσης,  θα ορισθεί στο ποσό των 296,57 ευρώ ποσό κεφαλαίου (71.177,40 ευρώ δια  240 μήνες). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής του με βάση το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (άρθρο 85 § 8 Ν. 3996/2011), θα ξεκινήσει  4 χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 20 έτη, λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω διάρκειας των δανείων, που έλαβε ο αιτών, του συνόλου των χρεών, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του.

Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθεί προνομιακά η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ για την υπ΄αρθ. 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης. Η προνομιακή αυτή ικανοποίηση, θα γίνει μέχρι το ποσό των 71.177,40  ευρώ που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του αιτούντα, με μηνιαίες καταβολές επί είκοσι (20) χρόνια, που θα αρχίσουν μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, δηλαδή αυτή της τετραετίας από τη δημοσίευση της απόφασης, ποσού κεφαλαίου 296,57 ευρώ το μήνα και επί 240 μήνες (20 χρόνια Χ 12 μήνες = 240 μήνες και 71.177,40 ευρώ : 240 μήνες = 296,57 ευρώ). Ειδικότερα θα καταβάλει κάθε μήνα εκ του συνόλου των 296,57 ευρώ.

Το υπόλοιπο μέρος των απαιτήσεων των πιστωτών κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 4ετείς καταβολές, μετά την εξάντληση του ποσού των  71.177,40  ευρώ που αποτελεί το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας με την προνομιακή ικανοποίηση της απαίτησης τηςALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ που πηγάζει από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, διότι δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν περαιτέρω οικονομικές επιβαρύνσεις στον αιτούντα. Εφόσον ο αιτών ανταποκριθεί στις ως άνω υποχρεώσεις του, ήτοι αφού έχει καταβάλει τελικά έναντι του χρέους των   177.640,79 ευρώ το ποσό των 80.777,40  ευρώ (9.600 ευρώ = 4ετείς καταβολές  και 71.177,40 ευρώ = 80% για τη διάσωση πρώτης κατοικίας),  ως προς τις υπόλοιπες παραπάνω απαιτήσεις των πιστωτών,  κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν σύμφωνα με τα ως άνω από τις τετραετείς καταβολές και μετά την εξάντληση του ποσού των 71.177,40 ευρώ του 80% της αξίας της κατοικίας, δεν μπορεί να ικανοποιηθούν και απαλλάσσεται ο αιτών.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει  η αίτηση να γίνουν εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της  και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή οφειλές του αιτούντα, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή του αιτούντα από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποιήσεως της παρούσας ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010. Τέλος, παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται, γιατί η απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (σχ. άρθρ. 14 Ν. 3869/2010, Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 187-αρ. 5).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της τρίτης των  καθ’ ών και παρόντων των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την  αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντα.

ΟΡΙΖΕΙ μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του επί μία τετραετία, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενταημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της παρούσας απόφασης, συνολικού ποσού διακοσίων 200 ευρώ  το μήνα, επιμεριζόμενο συμμετρικά ως εξής:

1)προς την EUROBANK: το ποσό των 34,15 ευρώ

2) προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 9,13 ευρώ, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 3,20 ευρώ, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 0,02 ευρώ

3)προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 10,66 ευρώ

4) προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 6,79 ευρώ

5) προς την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το ποσό των 2,68 ευρώ, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 0,93 ευρώ, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 94,47 ευρώ, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 37,95 ευρώ.

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντα, ήτοι  ένα διαμέρισμα  β΄ ορόφου με εσωτερική αρίθμηση ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΔΥΟ (ΑΒ2) στο Ο.Τ. 305 επί των οδών Καραολή και Δημητρίου Βιζύης και Τυρολόης στην Αλεξανδρούπολη, καθαρού εμβαδού 75,32τμ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της παραπάνω κατοικίας του προς την  ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ για την απαίτηση που πηγάζει από την υπ΄αρθ. 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου    το ποσό των των 296,57 ευρώ.

Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων, θα ξεκινήσει την πρώτη (1η) ημέρα του πρώτου (1ου) μήνα τέσσερα χρόνια (4) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα γίνεται εντός του πρώτου πενταημέρου εκάστου μηνός. Η αποπληρωμή ορίζεται σε διάστημα 20 ετών (240 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής του με βάση το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (άρθρο 85 παρ.  8 Ν. 3996/2011).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 28η Ιανουαρίου 2014 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                             Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ