ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 54/2014 

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Εκουσία Δικαιοδοσία (Ν. 3869/2010, 4161/2013)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από την Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Ευαγγελία Κοντογεώργου, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και το Γραμματέα  Δημήτριο Μερκούρη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ  δημόσια στο ακροατήριο του την 03η Δεκεμβρίου 2013,  για να δικάσει την  παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΑ : Π. Ε., κατοίκου Αλεξανδρούπολης,, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ζαμπούκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Όθωνος 8 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Ηλιακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» με το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK, που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρθ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφόρος Μεσογείων αρ. 10-1099 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο, 4] της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» με το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», η οποία εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση με καθολική διάδοχό του της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρθ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σαρβανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 5] Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Αιόλου αριθμός 86 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Πεταβρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Ο αιτών με την από 14-03-2012 αίτησή του που απευθύνεται  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Για τη συζήτηση της παραπάνω  αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθμό 24/2012 πράξη, η 25η-09-2012 και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη με αριθμό  11197β/04-04-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σταυρούλας Μανωλάκου, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην περιλαμβανόμενη στην υποβληθείσα από τον αιτούντα κατάσταση πιστωτών της ανώνυμη τραπεζική εταιρία  με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ».  Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. To Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι παρόντες (άρθρο 754 παρ.2 ΚπολΔ), χωρίς να θεωρείται ότι  η πιστώτρια αυτή αντιπροσωπεύεται από τις λοιπές παριστάμενες πιστώτριες, παρά το γεγονός ότι στη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους «μετέχοντες στη δίκη» πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας (αρθ. 75 παρ1  περ. β΄του ΚΠολΔ), καθόσον στην εκούσια δικαιοδοσία, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν εφαρμόζεται, όπως στην αμφισβητούμενη, διάταξη του άρθρου 75 παράγραφος 1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ, κατά την οποία «οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Και τούτο διότι η έκταση του επηρεασμού στις έννομες σχέσεις του αιτούντος και των άλλων ενδιαφερομένων είναι διάφορη (βλ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική-Νομολογιακή ανάλυση του ΚπολΔ, έκδοση 1996, αρθ. 754 αριθ Ια΄). Ειδικά στο Ν. 3869/2010 όπου συντρέχουν αντίθετα συμφέροντα των πιστωτών, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη (βλ. σχετ. Π. Αρβανιτάκης: «Η εκουσία δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», περιθ. Αριθ. 4.2, Γ. Ευστρατιάδης: «Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010): Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, σελ 6, εισήγηση σε σεμινάριο επιμόρφωσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών κατά την 29-30/9-2010, πρβλ και ΑΠ 98/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Όπως περαιτέρω προκύπτει σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 22 παρ.5 του Ν.3994/2011, «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει … τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση…να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθ.741 του του ΚΠολΔ ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση στο  ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠοΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36/1601, ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΝΟΜΟΣ και ενδεικτικά ΕιρΚορίνθου 121/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση  (άρθ. 238 και 256 του ΚΠολΔ) αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να προκαλείται μεταβολή της αιτήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή θα πρέπει να γίνεται με   την   άδεια   του δικαστή   κατά   το   μέτρο   που  η  μεταβολή δεν βλάπτει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στη δίκη ή τρίτων. Άλλωστε στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς, ο σκοπός  της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ.Εφ.ΑΘ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ.Μπέη Πολ.Δ.άρθρο 758 παρ.3 αρ. 16 σελ.326 και 330 και Ειρ.Πατρών 25/2013, Ειρ.Κορινθ. 121/2012, ΕιρΚαβ. 161/2012, Ειρ.Λαυρ. 193/2012 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υποθέσεως στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στη λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης, είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 του ΚΠολΔ). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλούν το απαράδεκτο της αιτήσεως. Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ` άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι  το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβάλας 161/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

            Επιπλέον, ο Ν. 3869/2010 έχει ως σκοπό να διευκολύνει την έστω και μερική εξόφληση των χρεών, στην οποία δεν θα μπορούσαν να προβούν οι οφειλέτες χωρίς τη ρύθμιση, όπως και να τους ανακουφίσει κατά το δυνατόν από τη διαρκή πίεση των ατομικών καταδιώξεων. Δεν περιλαμβάνεται όμως στις επιδιώξεις του νομοθέτη η απαλλαγή από χρέη ή από υπόλοιπα τους, όταν είναι δυνατή ή σε όποιο βαθμό είναι δυνατή η ικανοποίησή τους βάσει της υπάρχουσας περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη. Αυτός είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένος να εξυπηρετήσει τις οφειλές του και με τα εισοδήματα από την εργασία του, αλλά και με την περιουσία του. Το δικαστήριο δε, εάν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης, λαμβάνει υπόψη του, για τη μορφή της ρύθμισης που θα διατάξει, όλα τα υποβαλλόμενα ενώπιον του στοιχεία και πρέπει βάσει των διατάξεων του νόμου: α) Να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του οφειλέτη επί μία τετραετία, ώστε να επέλθει από αυτή την πηγή, μερική τουλάχιστον, εξόφληση των χρεών του, αν αυτός δεν έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία, β) Να διατάξει την εκποίηση της τυχόν υφιστάμενης ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη διορίζοντας και εκκαθαριστή, και τέλος γ) να προβεί σε περαιτέρω ρύθμιση σταδιακών καταβολών του οφειλέτη προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση ακίνητο που χρησιμεύει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία του. Οι τρεις προαναφερόμενες ρυθμίσεις δεν αποκλείουν η μία την άλλη και συχνά θα πρέπει να διαταχθούν σωρευτικώς. (Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν./64-Ανάτυπο σελ. 1486). Επομένως, οι επιμέρους δυνατότητες ρυθμίσεων που προσδιορίζονται από το νόμο και ο τρόπος με τον οποίο θα τα καθορίσει το Δικαστήριο συμπλέκονται μεταξύ τους. Ειδικότερα ως προς τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν.3689/2010, όπως η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 ορίζεται ότι “Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής  αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας”. Η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται από την προστασία της προσωπικότητας του οφειλέτη, αλλά και από το άρθρο 21 του Συντάγματος περί προστασίας της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Η δε εξαίρεση της κύριας κατοικίας και η υποχρέωση για καταβολή του ποσού μέχρι του 80% της αντικειμενικής του αξίας δεν εξαρτάται από το εάν η κύρια κατοικία είναι βεβαρημένη ή μη. Ακόμη και εάν η κύρια κατοικία είναι ελεύθερη βαρών ή βεβαρημένη μόνο για τμήμα των χρεών του οφειλέτη, ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλλει σε διάρκεια μέχρι 35 έτη, ποσά που αντιστοιχούν μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας δεν είναι τελείως ανώδυνη για τον οφειλέτη, αλλά αυτός αναλαμβάνει μία πρόσθετη υποχρέωση, πέραν αυτής που του επιβάλλεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του άρθρου 8 Ν. 3869/2010, η απαλλαγή από τα οποία είναι ανεξάρτητη από την εξυπηρέτηση του πρόσθετου χρέους για τη διάσωση της κυρίας κατοικίας.  Με βάση λοιπόν τη ρύθμιση του αρθρ. 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη, μετά τις καταβολές της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 του ιδίου νόμου, υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση, επιβάλλοντας του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον, όμως, τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80%, θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας  υπόψη και τη διάρκεια της σύμβασης δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε η πίστωση στον οφειλέτη, καθορίζει περίοδο τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης της οφειλής, η διάρκεια της οποίας δεν δύναται να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε δύναται να προσδιορίσει το δικαστήριο και μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει για τις καταβολές στο πλαίσιο του άρθρου 8 παρ.2, ο νόμος, στην περίπτωση εξαίρεσης της κύριας κατοικίας, δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών. Γενικά κριτήρια είναι η ηλικία του οφειλέτη, η παρούσα οικονομική του κατάσταση και η προοπτική βελτίωσης της, χωρίς να τυγχάνει, στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.5 του νόμου, κατά την οποία υπάρχει δυνατότητα ορισμού και μηδενικών καταβολών. Ο οφειλέτης, προκειμένου να διασώσει την κύρια κατοικία του, είναι αναγκασμένος να καταβάλει στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, τις δόσεις που θα ορίσει το Δικαστήριο, έστω και αν έχει ελάχιστα εισοδήματα που μόλις επαρκούν για τη διαβίωση του. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ανωτέρω νόμου, να ορίσει κάποια περίοδο χάριτος, κάποια, δηλαδή, χρονική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να καταβάλει κανένα ποσό στο πλαίσιο της παραπάνω διάταξης. Για τη χορήγηση της περιόδου χάριτος δεν απαιτείται αίτημα του οφειλέτη, η διάρκεια της, δε, δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά επαφίεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι η αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος φυσικού προσώπου, 2) της κατάστασης της περιουσίας του, 3) της κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου  διευθέτησης των οφειλών του και 5) αιτήματος ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή της (Αθ. Κρητικός έκδοση 2010 ερμ. Ν.3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμ. 64 Ανάτυπο σελ. 1477), παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτή αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος της διαδικασίας και τα, δημόσιας εμβέλειας, συμφέροντα που εξυπηρετεί, την ελαστικότητα των κανόνων που τη διακρίνει (όπως η δυνατότητα μεταβολής του αιτήματος, αλλά και τη συμπλήρωσή του με τις προτάσεις ή και προφορικά ενώπιον του Ειρηνοδικείου, η εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος άρθρα115 παρ. 3, 751, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ) πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος δεν απαιτείται και μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, αρκεί να αναφέρονται με σαφήνεια, το οποίο θα εκτιμηθεί με ευρύτερη θεώρηση, αλλά και να συμπληρωθούν προς αποφυγή της πραγματικής αοριστίας (ΑΠ 173/1981 ΑρχΝ 32.258 και 1293/1993 Δνη 35.140). Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτήσεως δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του, το οποίο και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά στοιχεία, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1493 ΑΚ, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και του γεγονότος ότι  ο Ν.  3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ενδεικτικά ΕιρΚαλύμνου 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αρκεί συνεπώς η ακριβής περιγραφή της οικογενειακής και περιουσιακής  κατάστασης του αιτούντα, όπως και το συνολικό ύψος των βιοτικών του αναγκών, καθώς και αν αυτές αφορούν σε προστατευόμενα μέλη και ποια είναι αυτά (ανεξάρτητα από την αποδοχή του ισχυρισμού) Εξάλλου, η τυχόν παράθεση από τον αιτούντα οποιουδήποτε ποσού για την κάλυψη της τάδε ή της δείνα βιοτικής ανάγκης θα είχε το χαρακτήρα αβεβαιότητας, αφού δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες, λόγω των απρόβλεπτων περιστάσεων. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του αιτούντα και τις συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης περί της μονιμότητας στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία συντελέστηκε χωρίς δολιότητα του οφειλέτη και θα εξεταστούν στην οικεία θέση.

Με την υπό κρίση αίτησή του ο αιτών επικαλούμενη ότι έχει έλλειψη πτωχευτικής ικανότητος εκθέτει ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημά του, έχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητεί, α) να γίνει δεκτή η αίτησή του για τη ρύθμιση των οφειλών του, β) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή να τροποποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 7 του Ν.3869/10, με τη συγκατάθεση όλων των πιστωτών ώστε να αποκτήσει το σχέδιο ισχύ δικαστικού συμβιβασμού γ) και επικουρικά  σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, δ) να εξαιρεθεί από την εκποίηση ένα διαμέρισμα β΄ορόφου με εσωτερική αρίθμηση ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΔΥΟ (ΑΒ2) στο Ο.Τ. 305 επί των οδών Καραολή και Δημητρίου Βιζύης και Τυρολόης στην Αλεξανδρούπολη, καθαρού εμβαδού 75,32τμ με τη ρύθμιση για την καταβολή δόσεων, μέχρι συνολικού ποσού που ανέρχεται στο 60 % της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ε)να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης των οφειλών του θα απαλλαχθεί από τα χρέη της προς τους πιστωτές της, με την επιφύλαξη αυτών που ρυθμίστηκαν για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, στ) να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπο εισάγεται να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, (περίοδος 1η, άρθ.3 Ν του 3869/2010), κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθ. 1 περ.β του ΚΠολΔ σε συνδ με περίοδο 2η, άρθ. 3 του Ν.3869/2010 και αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη, απορριπτομένων των σχετικών ενστάσεων των μετεχουσών πιστωτών και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος α) να επικυρωθεί ή τροποποιηθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ` άρθ. 7 του Ν. 3869/2010 το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ` άρθ. 7 του Ν.3869/2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ.1 του Ν.3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση (Ειρ Κορίνθου 89/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαχθεί από τα χρέη του, το οποίο είναι απαράδεκτο, αφού η αιτούμενη αναγνώριση δεν αποτελεί υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας κατ`άρθ. 739 του ΚΠολΔ ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία. Πάντως το αίτημα να απαλλαχθεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης (και όχι η αιτουμένη αναγνώριση) από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ` άρθ.11 παρ.1 του Ν 3869/2010 συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ.4 παρ.1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην παρ.3 του άρθ.11 του Ν 3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών».  Περαιτέρω για το παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε η επιβαλλόμενη προδικασία των αρθ. 2, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 και προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα έγγραφα, κατά τα οριζόμενα στην παρ.2 , του αρθ. 4 του Ν.3869/2010, ειδικότερα 1) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 παρ 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, σύμφωνα με την από 10-03-2012 βεβαίωση της διαμεσολαβούσης δικηγόρου Αλεξανδρούπολης Μαρίας Δημητρίου, η οποία εμπρόθεσμα κατατέθηκε (άρθ. 4 παρ.2, περ.α του Ν.3869/2010) στην γραμματεία του Δικαστηρίου, 2)  η ένδικη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού μετά την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σε αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν. 3869/20102),  3) εμπρόθεσμα, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου  η από 06-04-2012 υπεύθυνη δήλωση του αιτούντα (αρθ. 4 παρ. 2, περ.β του Ν.3869/2010), αφενός για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας, των εισοδημάτων του, των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 4) απέτυχε ο κατ` άρθ, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (βλ. έγγραφες παρατηρήσεις – αντιρρήσεις των καθ΄ών), 5) Επίσης δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντα για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 ιδίου ως άνω νόμου (βλ. υπ’ αριθμ. Πρωτ.  …….γ/…………. σχετική βεβαίωση του  Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5,6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντα στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του (βλ. επ΄ αυτού κατωτέρω). Επομένως πρέπει κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη  να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πιστωτών του αιτούντα που παραστάθηκαν στην δίκη,  αρνούνται την ένδικη αίτηση και προβάλλουν,τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά όσο και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατιθέμενες προτάσεις τους, εκτός από τους ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας και θα εξετασθούν εν συνεχεία,  τις ακόλουθες ενστάσεις :

Η πρώτη μετέχουσα «EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ» προβάλλει την ένσταση απαραδέκτου διότι ελλείπουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010  δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών-οφειλέτης δεν επέδωσε στην ανωτέρω πιστώτρια ούτε την κατάσταση της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων της ούτε το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, ελλείψεις που ουδόλως θεραπεύονται από το γεγονός και μόνο ότι περιέχονται στο περιεχόμενο του δικογράφου της σχετικής υπό κρίση αίτησης. Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός κρίνεται νομικά αβάσιμος και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί διότι όλα τα έγγραφα που προβλέπει η διάταξη του αρθρ. 5 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, περιέχονται στο δικόγραφο της σχετικής αίτησης που επιδόθηκε στην ενιστάμενη τράπεζα εντός της (μηνιαίας) προθεσμίας της ανωτέρω διάταξης νόμου  και, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι έχουν νόμιμα κοινοποιηθεί στην ανωτέρω πιστώτρια τράπεζα (βλ. ΕιρΠατρ 4/2011, ΕιρΠατρ 3/2011, ΕιρΑθ 15/Φ1/2011, ΕιρΘεσ 5029/2011, ΕιρΘεσ 5175/2011 όλες δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου ο αιτών έχει ήδη εκφράσει τις απόψεις του (βλ. τις από 22-09-2011 παρατηρήσεις-προτάσεις που κατατέθηκαν στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου). Σε κάθε δε περίπτωση, το ανωτέρω θέμα λύθηκε πλέον με την διορθωτική παρέμβαση του ιδίου του νομοθέτη, δεδομένου ότι, με τη διάταξη του άρθρου 85 παρ. Α3 του ν.3996/2011 (ΦΕΚ Α` 170/05.08.2011) «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» που τροποποιεί το ν.3869/2010, η αρχική διατύπωση του άρθρου 5 παρ.1 του τελευταίου νομοθετήματος (ν.3869/2010 ) σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης όφειλε να επιδίδει στους πιστωτές το αργότερο σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης «…αντίγραφα: α) της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτηση της, β) της κατάστασης της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και γ) του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών.,.», αντικαταστάθηκε πλέον με τη φράση «…αντίγραφο της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτηση της…»..

Οι καθ΄ών πιστώτριες προβάλλουν επίσης α) την ένσταση δόλου, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3866/2010. Ο ισχυρισμός όμως αυτός τυγχάνει ως νόμω αβάσιμος διότι, ακόμη και αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, συντρέχει συνυπαιτιότητα και του ιδίου του τραπεζικού ιδρύματος ως προς την χρηματοδότηση του αιτούντα καθώς αυτό, επιδεικνύοντας το ίδιο βαρεία αμέλεια, δεν εξακρίβωσε την τυχόν επιπρόσθετη δανειακή επιβάρυνση της τελευταίας σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα – μολονότι ήταν σε θέση και μπορούσε εύκολα με τη συνδρομή της υπάρχουσας τεχνολογίας (ηλεκτρονικά συστήματα βάσεων δεδομένων «.ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ», «ΔΙΑΣ», κ.λ.π.) (βλ. σχετικά μεταξύ πολλών τις ΕιρΑΘ 143/2011, ΕιρΑΘ 102/2011, ΕιρΑΘ 61/2011, ΕιρΧαλανδρ 4/2011, ΕιρΧαλανδρ 11/2011, ΕιρΘεσ 5182/2011 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 15/2011 ΕφΑΔ 2011.677, ΕιρΠατρών 89/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,) – ενώ ουδόλως πρέπει να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία και σχεδόν επέβαλλε στους καταναλωτές την λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών  (βλ. σχετικά όμοια κρίση στην ΕιρΚαλυμν 1/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ ). Για τους ανωτέρω λόγους άλλωστε, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν στον λεγόμενο «…υπεύθυνο δανεισμό…», ο οποίος έχει πλέον θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΛ Ζ1-699/ΦΕΚ Β` 917/2010 «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την Κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOKτου Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ. L 133 της 22.5.2008» των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. σχετικά Λειβαδά Το νέο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη 2008, Περάκη Η αρχή του υπεύθυνου δανεισμού και η πρόσφατη κοινοτική Οδηγία για την καταναλωτική πίστη σε ΧρηΔικ 2009.352επ., Τασίκα Εκφάνσεις της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού στην καταναλωτική πίστη., η παροχή επαρκών εξηγήσεων στον καταναλωτή και η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας σε ΕπισκΕΔ 2011.337επ., Πελλένη Παπαγεωργίου Η νέα Οδηγία 2008/48/ΕΚ για τις καταναλωτικές συμβάσεις σε ΝοΒ 2010.275επ.), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και κατά κοινοτική πλέον επιταγή, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και ως εκ τούτου υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του. Αν επομένως δεν το πράξουν αυτό, τότε, όχι μόνο δεν δύνανται να αρνηθούν την υπαγωγή του ανωτέρω οφειλέτη τους στην εφαρμογή του ν.3869/2010 (όπως δηλαδή νομικά αβάσιμα στην προκείμενη περίπτωση επιχειρεί η τέταρτη των καθ` ων τη αίτηση προβάλλοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό ), αλλά αντίθετα, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω ΚΥΑ, ο τελευταίος, (οφειλέτης ) απαλλάσσεται από το κόστος της χορηγηθείσας πίστωσης περιλαμβανομένων των τόκων και έχει την υποχρέωση να καταβάλει μόνο το ποσό του κεφαλαίου σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στη σύμβαση πίστωσης δόσεις ( βλ. Ι. Βενιέρη – Θ. Κατσά ό.π. σελ. 73 και άρθρο 8 παρ.-3 της ανωτέρω ΚΥΑ). Συνεπώς σε τέτοιες περιπτώσεις και όταν πρόκειται για τραπεζικά ιδρύματα, αναγνωρίζεται πλέον ένα είδος συνευθύνης και συνυπαιτιότητας των δανειστών καθόσον δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές (βλ. σχετικά ΕιρΘηβών 2/2011 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Δολιότητα, επομένως, θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά και μόνο τις ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΝοΒ 2012.563, ΕιρΜουδ 2/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλμωπ 60/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΝΟΜΟΣ), πραγματικά γεγονότα όμως που ουδόλως προβάλλονται από τους καθ` ων η κρινόμενη αίτηση στην προκείμενη περίπτωση. Επιπλέον τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με την υποχρέωση περί «…υπεύθυνου δανεισμού…» που θεσμοθετήθηκε πλέον νομοθετικά και στη χώρα μας με το άρθρο 8 της αμέσως ανωτέρω αναφερόμενης ΚΥΑ ( Ζ1-699/ΦΕΚ B 917/2010), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνη δανεισμό των οφειλετών τους και, ως εκ τούτου, υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του, αν δε διαπιστώσουν ότι αυτό δεν συμβαίνει, θα πρέπει να απέχουν από το δανεισμό ακόμη και σε βάρος των οικονομικών τους συμφερόντων (να μην καταρτίσουν τη σύμβαση ) εφόσον αυτό προβλέπεται πλέον από το νόμο και η συμπεριφορά αυτή συμβάλει στην παγίωση της ασφάλειας στις συναλλαγές (μη επισφάλεια των χορηγούμενων πιστώσεων) και στην προστασία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών που προσφεύγουν στον συνεχή τραπεζικό δανεισμό προφανώς για να αντιμετωπίσουν επείγουσες και ανεπίδεκτες αναβολής οικονομικές τους ανάγκες χωρίς την απαραίτητη προς τούτο προηγούμενη και νηφάλια ώριμη σκέψη ως προς τις μελλοντικές αρνητικές επιπτώσεις, ήτοι σε πλήρη αντίθεση με τα αντισυμβαλλόμενα αυτών πιστωτικά ιδρύματα, β) καταχρηστικότητας, καθότι δεν αποδεικνύει ο αιτών για ποιο λόγο υπερδανείστηκε, ούτε αν υπήρξε βίαιη αλλαγή του συνθηκών που να επιδείνωσε την οικονομική του κατάσταση και να τον οδήγησε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του. Η ένσταση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401, ΕφΘρ 221/2000, DIGESTA 2003,36). Κατά δε το μέρος που αφορά τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του αιτούντα, η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και της οποίας η κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούντες,  καθώς και οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Β, Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρ. 759 αριθ, 5, Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129) από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την έπ` ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Ο αιτών διάγει το 30ο έτος της ηλικίας του, είναι άγαμος και είναι υπαξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας με το θεσμό του επαγγελματία οπλίτη. Τον Οκτώβριο του 2011 ελάμβανε μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.327,97 ευρώ και καθαρές 915,94 ευρώ. Το έτος 2011 το εισόδημά του ανήλθε στα 14.932,86 ευρώ. το 2012 στα 14.334,12 ευρώ και το 2013 στα 14.027,15 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα Ε1). Από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2013 σταμάτησε η καταβολή επιδόματος παραμεθορίου περιοχής ποσού 108,00 ευρώ και οδοιπορικών εξόδων ποσού 80,00 ευρώ (βλ. την από 24-09-2013 βεβαίωση του γραφείου οικονομικού της μονάδας του).

Επομένως προκύπτει ότι το  δυσχερές οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα με την εφαρμογή των δύο μνημονιακών προγραμμάτων για τη στήριξη της Ελληνικής Οικονομίας, είχε ως αποτέλεσμα μειώσεις στο μισθό του αιτούντα. Σήμερα οι αποδοχές του (όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε το εισόδημά της με τις προτάσεις, βλ. μείζονα σκέψη) ανέρχονται πλέον στο ποσό των 924,72 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας μηνός Σεπτεμβρίου 2013).  Μέχρι πρότινος, ο αιτών ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του προς τους πιστωτές του, καθώς το μηνιαίο εισόδημά της ήταν υψηλότερο. (βλ. αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και κατάθεση  μάρτυρα). Με βάση τα ανωτέρω, το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του (διατροφή, ένδυση, θέρμανση, καταβολή λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας) ανέρχεται στο ποσό των 724,72 ευρώ. Επισημαίνεται ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή  δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης του αιτούντα (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ., existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή του αιτούντα στην οικονομική και κοινωνική ζωή δια της υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής του αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς του στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των  τριών έως πέντε ετών.

Περαιτέρω, ο αιτών διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) την πλήρη κυριότητα επί ενός διαμερίσματος  β΄ ορόφου με εσωτερική αρίθμηση ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΔΥΟ (ΑΒ2) στο Ο.Τ. 305 επί των οδών Καραολή και Δημητρίου Βιζύης και Τυρολόης στην Αλεξανδρούπολη, καθαρού εμβαδού 75,32τμ, στο οποίο διαμένει χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία του. Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 88.971,75 ευρώ (ΕΤΑΚ 2013). Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντα και η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, για απόκτηση α’ κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 Ν. 3842/2010 και κωδικοποιήθηκε με το Ν. 4141/2013  για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Την εξαίρεση της εκποίησης του ανωτέρω ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία του, ζητά ο αιτών, η οποία μετά την υποβολή αιτήματος είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, το οποίο  δεν δύναται να προβεί σε έλεγχο σκοπιμότητας ή σε στάθμιση των συμφερόντων πιστωτών και οφειλέτη. Μάλιστα, ούτε η ένσταση καταχρηστικότητας άσκησης του δικαιώματος του οφειλέτη μπορεί να γίνει δεκτή. Εφόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 1 και υπό το πρίσμα της αποπληρωμής μέχρι 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, οι πιστωτές δεν δύνανται να επικαλεστούν ούτε αντίθεση στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ούτε και δυσχέρανση της οικονομικής και νομικής τους θέσης. Η πηγή κάλυψης των πληρωμών δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο (Βενιέρης οπ.π. σελ. 475), καθώς προβλέπεται η υποχρέωση του οφειλέτη για πληρωμές στο ποσοστό που ο νόμος ορίζει, ακόμα και αν δεν έχει εισοδήματα ή εάν τρίτοι θα παράσχουν τα ποσά πληρωμών (πχ οικονομική ενίσχυση από γονείς ή αδέλφια), 2)  δίκυκλο μάρκας YAMAHA OVETTO 50 κ.εκ παλαιότητας 12 ετών, το οποίο ο αιτών χρησιμοποιεί για τις καθημερινές μετακινήσεις του. Το δίκυκλο αυτό, εμπορικής αξίας 300 ευρώ,  με βάση την κοινή πείρα  δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον,  αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των  πιστωτριών του, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.), γι` αυτό κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ` άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίηση του. Τέλος ο αιτών δεν έχει καταθέσεις σε τράπεζες, ούτε μετοχές, μερίσματα, ομόλογα ή άλλα κινητά πράγματα αξίας.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως (γεγονός που δεν αμφισβητούν οι καθ΄ων με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας τους κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261 ΚΠλΔ) ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης εξαιρουμένων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Συγκεκριμένα ο αιτών οφείλει το συνολικό ποσό των  177.640,79 ευρώ. Ειδικότερα οφείλει (όλα τα προαναφερόμενα ποσά προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις γνωστοποιήσεως των οφειλών της αιτούσας από τις Τράπεζες):

1)προς την EUROBANK: από τη με αριθμό 2068257906 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 30.000,64 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους.

2) προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 8.113,37 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 2.845,13 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το συνολικό ποσό των 18,07 ευρώ

3)προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: από τη με αριθμό 2703321920 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 9.472,57 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους,

4) προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: από τη με αριθμό 4999543017563002 σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 6.032,58 ευρώ σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα,

5) προς την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το συνολικό ποσό των 2.384,16 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το συνολικό ποσό των 827,28 ευρώ σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 83.910,34 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 33.703,65 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους. Οι υπό στοιχείο γ και δ οφειλές, είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης εγγεγραμμένης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο 263 και α/α 36.

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, εάν υπάρχουν τέτοια. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο αιτών, όπως αυτή περιγράφεται ως άνω (μείωση των εισοδημάτων του), τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τους καθ’ ων, κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων αφενός μεν τα εισοδήματά του ήταν υψηλότερα (βλ. την κατάθεση της μάρτυρος, η οποία επιβεβαίωσε την τότε οικονομική δυνατότητα του αιτούντα να λάβει και να εξυπηρετεί τα δάνειά του, καθώς και τις σταδιακές μειώσεις όπως προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των τελευταίων ετών, και τις αναλύσεις αποδοχών του αιτούντα), ενώ στη συνέχεια, λόγω της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, καθώς και των σοβαρών προβλημάτων υγείας της, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών του, το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας του αιτούντα  προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους, δεδομένου ότι το σύνολο των καταβλητέων δόσεων προς τις πιστώτριες, ανέρχεται στο ποσό των 1.210 ευρώ (β΄. ανάλυση αυτών στην 5η σελίδα του δικογράφου της αίτησης), ενώ οι αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ. Η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Ειδικότερα πέραν του στεγαστικού δανείου που έλαβε ο αιτών από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ για την αγορά κύριας κατοικίας, χορηγήθηκε σε αυτόν και ένα δάνειο καταναλωτικό, με την υπ΄αρθ. 99200811255025 σύμβαση, από το οποίο μπορούσε να προβαίνει σε υπεραναλήψεις, εάν δυσκολευόταν στη καταβολή των δόσεων του στεγαστικού δανείου. Εξάλλου, ο δανεισμός από την πέμπτη πιστώτρια έγινα για την κάλυψη αναγκών της καινούργιας του κατοικίας (επίπλωση), καθώς επρόκειτο να παντρευτεί, γεγονός το οποίο όμως τελικά δεν τελεσφόρησε. Τα δε υπόλοιπα δάνεια ελήφθησαν, λόγω προβλημάτων υγείας της μητέρας του (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα), η οποία  υποβλήθηκε στη Ζυρίχη της Ελβετίας σε οστεοθεραπεία, βελονισμό και fanko με πυλό, αφού προγενέστερα απέτυχαν οι θεραπείες που είχε ακολουθήσει στην Ελλάδα. Μέρος δε των δανείων αυτών, αφορούσαν σε αποπληρωμή παλαιών επαγγελματικών χρεών του πατέρα του. Για τα δάνεια αυτά ο αιτών, είχε λάβει την υπόσχεση από τους γονείς του ότι θα τον συνδράμουν οικονομικά στην αποπληρωμή του (βλ. κατάθεση μάρτυρα), κάτι το οποίο τελικά δεν έγινε, λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι οι γονείς του. Σε κάθε δε περίπτωση  η επιδίωξη για ρύθμιση των χρεών του αιτούντα, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά αντιθέτως κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα αλλά σύμφωνα και με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010 (βλ σχετικά αιτιολογική έκθεση) και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου, απορριπτόμενης κατ’ επέκταση της σχετικής ενστάσεως περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των καθ’ ων η αίτηση. Άλλωστε,  η καταφυγή στον δανεισμό για να αντιμετωπίσει ο αιτών την έλλειψη ρευστότητος, ήταν μια λανθασμένη, πλην όμως συνήθης επιλογή κατά το διάστημα που κατέφυγε αυτός στον δανεισμό, η οποία καλλιεργήθηκε στους πολίτες από τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και δεν ρυθμίσθηκε ως έπρεπε από την πολιτεία, ως τούτο προκύπτει από την γενική πείρα αλλά και από τις παραδοχές της αιτιολογικής εκθέσεως του Ν.3869/2010 «Η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσµών συµβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόµενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόµενες καταστροφικές συνέπειές της» (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβ 213/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται και ειδικότερα ότι ο αιτών, ο οποίος έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του. Το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθ. 8 επ. του Ν.3869/2010 ρύθμιση των οφειλών του αιτούντα από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντα οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Θα πρέπει, δηλαδή, να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές επί τετραετία και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία  του αιτούντα.

            Η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απ’ ευθείας στους πιο πάνω πιστωτές του από το  μηνιαίο του εισόδημα επί τετραετία (48 μήνες) που θα αρχίζει αμέσως από την κοινοποίηση προς αυτόν (τον αιτούντα) της απόφασης, από τις οποίες καταβολές οι πιστωτές του θα ικανοποιηθούν συμμέτρως (αρ. 8 παρ. 3 του Ν. 3869/2010). Το συνολικό προς διάθεση από τον αιτούντα προς τους πιστωτές του ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών αναγκών του, και της μη διαφαινόμενης βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής του κατάστασης, ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται στις οικονομικές του δυνατότητες, και το οποίο θα καταβάλλεται το πρώτο πενταήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση από τις  πιστώτριες τράπεζες της παρούσας απόφασης.

Η κάθε μηνιαία δόση για τον αιτούντα ορίζεται  ως ακολούθως (επισημαίνεται ότι το καταβλητέο από τον αιτούντα ποσό προς κάθε πιστωτή προκύπτει από το κλάσμα με αριθμητή το ποσό της καταβλητέας μηνιαίας δόσης που του αναλογεί πολλαπλασιαζόμενο με το ύψος της απαίτησης κάθε πιστωτή και παρονομαστή το ποσό του συνόλου των οφειλών της) :

1)προς την EUROBANK: το ποσό των 34,15 ευρώ

2) προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 9,13 ευρώ, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 3,20 ευρώ, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 0,02 ευρώ

3)προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 10,66 ευρώ

4) προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 6,79 ευρώ

5) προς την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το ποσό των 2,68 ευρώ, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 0,93 ευρώ, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 94,47 ευρώ, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 37,95 ευρώ.

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τετραετίας και εκ του συνόλου της οφειλής που ανέρχεται στο ποσό των 177.640,79 ευρώ, ο αιτών θα έχει καταβάλει το ποσό των 9.600 ευρώ και το υπόλοιπο της οφειλής του θα ανέρχεται στο ποσό των 168.040,79 ευρώ. Ειδικότερα, κάθε πιστώτρια του αιτούντα θα έχει λάβει τα εξής ποσά (επισημαίνεται oτι το καταβληθέν από τον αιτούντα ποσό προς κάθε πιστωτή προκύπτει από την ορισθείσα από το δικαστήριο μηνιαία δόση καταβολής, πολλαπλασιαζόμενη με το σύνολο των μηνών καταβολής, ήτοι 48)  :

1) η EUROBANK: το ποσό των 1.639,28 ευρώ

2) η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 438,46 ευρώ, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 153,76 ευρώ, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 0,98 ευρώ

3)η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 511,91 ευρώ

4) η ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 326,01 ευρώ

5) η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το ποσό των 128,84 ευρώ, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 44,71 ευρώ, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 4.534,65 ευρώ, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 1.821,40 ευρώ.

Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/10, εφόσον με τις καταβολές επί 4ετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών  του αιτούντα και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας του από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. σε Κρητικό ο.π. σελ. 148, αριθ. 16).  Η υποχρέωση του αιτούντα για καταβολή του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του προκειμένου να τη διασώσει, προκύπτει σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, η οποία εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, πλην όμως του επιβάλλει, προκειμένου να πετύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί τετραετία του άρθρ. 8 παρ. 2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ’ αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων των παλαιών χρεών του. Με βάση, λοιπόν, τη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 εφόσον μεν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρ. 8 παρ. 2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον, δε, τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού (ΕιρΠατρών 3,4/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επισημαίνεται ότι με την τροποποίηση εκ του Ν. 4161/2013 ορίστηκε ως βάση αναφοράς η αντικειμενική αξία του ακινήτου και καταργήθηκε η εμπορική αξία. Ο νομοθετικός λόγος  για κάτι τέτοιο ήταν ότι είναι πιο εύκολο για το Δικαστήριο και τους διαδίκους να βασιστούν στην αντικειμενική και σε όλους γνωστή εκτίμηση της εφορίας για την αξία του ακινήτου. Το σημαντικό όμως πρόβλημα που δημιουργείται είναι ότι η αντικειμενική αξία δεν είναι ελαστική και δεν προσαρμόζεται ούτε στις ανάγκες της αγοράς, ούτε και στα πραγματικά περιστατικά και τις ιδιότητες του ακινήτου. Για το λόγο αυτό, η πραγματική αξία του ακινήτου δεν χάνει τη σημασία της ως συντελεστής που επηρεάζει τον υπολογισμό του ύψους αλλά και του χρόνου των δόσεων που θα καταβάλλει ο οφειλέτης. Η αντικειμενική αξία μπορεί να είναι υψηλότερη της πραγματικής, όχι τόσο μόνο λόγω συνθηκών της αγοράς και των κανόνων προσφοράς και ζήτησης όσο και λόγω των χαρακτηριστικών του ακινήτου. Τα παραπάνω πρέπει να συνδυαστούν με το εξαιρετικό ενδεχόμενο υπολογισμού των καταβολών σε ποσοστό, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας. Συνεπώς σε αρκετές περιπτώσεις η πραγματική/εμπορική αξία του ακινήτου μπορεί να επηρεάσει το τελικό ποσοστό επί της αντικειμενικής αξίας και συνεπώς το τελικό ύψος καταβολών.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η εμπορική αξία της κατοικίας του είναι σαφώς υποδεέστερη της αντικειμενικής και ζητά να εξαιρεθεί αυτή από τη ρευστοποίηση καταβάλλοντας το 60% της αντικειμενικής αξίας αυτής. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, προσκομίζει α) τη με αρθ. πρωτ. 27/26-01-2012 εκτίμηση του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Νομού Έβρου, με την οποία η αξία του ακινήτου προσδιορίζεται στο ποσό των 87.000 ευρώ και β) το από 25-11-2013 φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μαγδαληνής Ζαμπούκη, με την οποία το ακίνητο αποτιμάται στα 79.086,00 ευρώ.

Ωστόσο κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αντικειμενική αξία του ακινήτου, η οποία  ανέρχεται στο ποσό των 88.971,75 ευρώ (ΕΤΑΚ 2013), δεν παρεκκλίνει ουσιωδώς από την εμπορική του αξία, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητας, της περιοχή στην οποία βρίσκεται και του εμβαδού του και  έτσι θα πρέπει να οριστεί μηνιαία καταβολή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντα, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 71.177,40 ευρώ (88.971,75 ευρώ Χ 80%), απορριπτομένου και του ισχυρισμού περί καταβολής ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό 60% της αντικειμενικής αξίας, διότι δεν αποδείχθηκαν ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως για παράδειγμα ότι ο αιτών είναι ηλικιωμένος ή ότι τα διαθέσιμα εισοδήματά του είναι εξαιρετικά περιορισμένα, ούτως ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στην υποχρέωση καταβολής δόσεων που ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο αιτών είναι άτομο νεαρής ηλικίας (μόλις 30 ετών), χωρίς προβλήματα υγείας ή βεβαρημένη οικογενειακή κατάσταση, με σταθερή και μόνιμη εργασία (στρατιωτικός) και συνεπώς εκτιμάται οτι δεν θα δυσχερανθεί στην καταβολή της δόσης που ορίζει το δικαστήριο

Το ποσό της μηνιαίας δόσης,  θα ορισθεί στο ποσό των 296,57 ευρώ ποσό κεφαλαίου (71.177,40 ευρώ δια  240 μήνες). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής του με βάση το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (άρθρο 85 § 8 Ν. 3996/2011), θα ξεκινήσει  4 χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 20 έτη, λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω διάρκειας των δανείων, που έλαβε ο αιτών, του συνόλου των χρεών, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του.

Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθεί προνομιακά η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ για την υπ΄αρθ. 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης. Η προνομιακή αυτή ικανοποίηση, θα γίνει μέχρι το ποσό των 71.177,40  ευρώ που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του αιτούντα, με μηνιαίες καταβολές επί είκοσι (20) χρόνια, που θα αρχίσουν μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, δηλαδή αυτή της τετραετίας από τη δημοσίευση της απόφασης, ποσού κεφαλαίου 296,57 ευρώ το μήνα και επί 240 μήνες (20 χρόνια Χ 12 μήνες = 240 μήνες και 71.177,40 ευρώ : 240 μήνες = 296,57 ευρώ). Ειδικότερα θα καταβάλει κάθε μήνα εκ του συνόλου των 296,57 ευρώ.

Το υπόλοιπο μέρος των απαιτήσεων των πιστωτών κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 4ετείς καταβολές, μετά την εξάντληση του ποσού των  71.177,40  ευρώ που αποτελεί το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας με την προνομιακή ικανοποίηση της απαίτησης τηςALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ που πηγάζει από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, διότι δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν περαιτέρω οικονομικές επιβαρύνσεις στον αιτούντα. Εφόσον ο αιτών ανταποκριθεί στις ως άνω υποχρεώσεις του, ήτοι αφού έχει καταβάλει τελικά έναντι του χρέους των   177.640,79 ευρώ το ποσό των 80.777,40  ευρώ (9.600 ευρώ = 4ετείς καταβολές  και 71.177,40 ευρώ = 80% για τη διάσωση πρώτης κατοικίας),  ως προς τις υπόλοιπες παραπάνω απαιτήσεις των πιστωτών,  κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν σύμφωνα με τα ως άνω από τις τετραετείς καταβολές και μετά την εξάντληση του ποσού των 71.177,40 ευρώ του 80% της αξίας της κατοικίας, δεν μπορεί να ικανοποιηθούν και απαλλάσσεται ο αιτών.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει  η αίτηση να γίνουν εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της  και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή οφειλές του αιτούντα, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή του αιτούντα από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποιήσεως της παρούσας ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010. Τέλος, παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται, γιατί η απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (σχ. άρθρ. 14 Ν. 3869/2010, Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 187-αρ. 5).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της τρίτης των  καθ’ ών και παρόντων των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την  αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντα.

ΟΡΙΖΕΙ μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του επί μία τετραετία, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενταημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της παρούσας απόφασης, συνολικού ποσού διακοσίων 200 ευρώ  το μήνα, επιμεριζόμενο συμμετρικά ως εξής:

1)προς την EUROBANK: το ποσό των 34,15 ευρώ

2) προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από τη με αριθμό 4222278483 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 9,13 ευρώ, β) από  τη με αριθμό 4209838268 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 3,20 ευρώ, γ) από τη με αριθμό 6773110116696963 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 0,02 ευρώ

3)προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 10,66 ευρώ

4) προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: το ποσό των 6,79 ευρώ

5) προς την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ: α) από τη με αριθμό 99200811255025 σύμβαση δανείου υπερανάληψης το ποσό των 2,68 ευρώ, β) από τη με αριθμό 1264161 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 0,93 ευρώ, γ)από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 94,47 ευρώ, δ) από τη με αριθμό 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 37,95 ευρώ.

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντα, ήτοι  ένα διαμέρισμα  β΄ ορόφου με εσωτερική αρίθμηση ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΔΥΟ (ΑΒ2) στο Ο.Τ. 305 επί των οδών Καραολή και Δημητρίου Βιζύης και Τυρολόης στην Αλεξανδρούπολη, καθαρού εμβαδού 75,32τμ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της παραπάνω κατοικίας του προς την  ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ για την απαίτηση που πηγάζει από την υπ΄αρθ. 363689 σύμβαση στεγαστικού δανείου    το ποσό των των 296,57 ευρώ.

Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων, θα ξεκινήσει την πρώτη (1η) ημέρα του πρώτου (1ου) μήνα τέσσερα χρόνια (4) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα γίνεται εντός του πρώτου πενταημέρου εκάστου μηνός. Η αποπληρωμή ορίζεται σε διάστημα 20 ετών (240 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής του με βάση το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (άρθρο 85 παρ.  8 Ν. 3996/2011).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αλεξανδρούπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 28η Ιανουαρίου 2014 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                             Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ